Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
Ο
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ [1]*
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ[2]*
Μην περιμένετε πολλά πράγματα
από μένα, διότι έχω αποδιοργανωθεί, απορρυθμιστεί πλήρως, λόγω του θανάτου της
Σοφίας. Την ανακάλυψα στο χώρο αυτό
(Θέατρο Κέφαλος) σε ένα συνέδριο που είχα οργανώσει, σαν συνεργαζόμενος καθηγητής με το ΤΕΙ,
Ιουνίου, με τίτλο «Παγκοσμιοποίηση, Πολιτισμός, Επικοινωνία». Η εισήγησή μου
είχε τίτλο «Η έννοια της επικοινωνίας κατά τον Χάμπερμας». Βασική θέση της εισήγησης αυτής ήταν,
παγκοσμιοποίηση ίσον πραγμοποίηση, θέση
που εντυπωσίασε τη Σοφία. Έκτοτε είχαμε σταθερή φιλία και
συνεργασία.
Και τώρα στο θέμα: Άρχισα τη
θεωρητικοποίηση για τη Διατριβή πάντοτε
με κάποιες προϋποθέσεις μεθοδολογικές και επιστημοογικές, προφυλάξεις (précautions). Ο καθηγητής (Ο. Ρεβώ ντ’
Αλλόν) δεν ήξερε τον Γκράμσι, με δυσκόλευε αφάνταστα αυτό, γιατί ήμουνα
γκραμσιανός. Στο Παρίσι είχαν ξεχάσει τον Γκράμσι1. Κάποια στιγμή λέω στον καθηγητή ότι
διαφωνώ με την όλη μεθοδολογία του. Δεν με ενδιαφέρει η διατριβή, παρά μόνο αν
βρω και αναδείξω το ιδεολογικό στοιχείο του Σκλάβου και του έργου του. Ο Μαρκούζε1* στον Μονοδιάστατο Άνθρωπο2 κάνει το ιδεολογικό
στοιχείο δομικό της όλης ανάλυσης. Παίρνω το ρίσκο και κάνω ένα δύσκολο
θεωρητικό κείμενο 50-60 σελίδων, με τίτλο, «Η αφαίρεση, το κοινωνικό, η
ιδεολογία», το οποίο ήταν ο πυρήνας της όλης προσέγγισής μου, με βάση τη
θεωρητικοποίηση του Γκράμσι για την ιδεολογία και του Μαρκούζε για την
ιδεολογική κριτική. Στη συνέχεια αυτό το
κείμενο έκανα 30 χρόνια και πλέον για να το τελειώσω, φθάνοντάς το περίπου
στις 100 σελίδες. Το ενέταξα σε έναν από
τους 3 τόμους κειμένων, που έχω
ετοιμάσει για τη Σύγχρονη Κριτική Θεωρία, όπως και στον Σκλάβος
ΙΙΙ. (Το Σκλάβος ΙΙ έχει τελειώσει,
και είναι γύρω στις 350 σελίδες. Τώρα τελειώνω το Σκλάβος ΙΙΙ). (Το κείμενο αυτό το έχουμε αναρτήσει και στα Μπλόγκ
μας, nktp.blogspot.gr και fioravantesf.blogspot.gr).
Το συμπόσιο για τον Σκλάβο
πρέπει να γίνει διαρκές, λόγω της ιδιαίτερης δυναμικής διαλεκτικής σχέσης που
έχει το ειδικό/μερικό (προσέγγιση του
Σκλάβου) με το γενικό, σχέση που ανασυνθέτει και ανασυγκροτεί συνέχεια το όλον.
Από την άλλη, το να ασχολείσαι με το μερικό, έχει οπωσδήποτε την αξία του,
γιατί σε κάθε περίπτωση, όπως λέει και ο
Αντόρνο3 , η
αισθητική έχει ακόμη και μοναδολογικό χαρακτήρα όσον αφορά στους μεγάλους
καλλιτέχνες. Ο Σκλάβος είναι μοναδική περίπτωση, μονάδα-όλον. Δεν έχει νόημα η
αισθητική του όλου αφηρημένα, όπως και η κριτική θεώρηση του όλου σε επίπεδο
φιλοσοφίας καθαυτή. Το όλον ως μεθοδολογική – επιστημολογική οντότητα
προέρχεται από τη μεθοδολογική κατάκτηση
του νεαρού Λούκατς4,
και ισχύει ακόμη και μάλλον θα ισχύει για πάντα. Οπότε πρέπει να ανασυνθέσουμε όλα τα επιμέρους
στοιχεία, τα λιγότερο ή περισσότερο εμπειρικά, ώστε με αυτά να προσπαθούμε να
συνθέσουμε, να συγκροτήσουμε την
ολότητα. Αλλά στη συνέχεια υπάρχουν και άλλα θέματα, καθώς πρέπει
ν’αποφύγουμε να φθάσουμε στη δικτατορία του όλου.
Και τώρα, ένα σχόλιο για τον
τίτλο του Συμποσίου, Σκλάβος – Κριτική Θεωρία, Κριτική Θεωρία – Σκλάβος. Η
κριτική του ορθολογισμού του Ζερβού.
Μετά από δύο - δυόμισυ χρόνια σεμιναρίων στον Παρνασό το συμπέρασμα που βγαίνει
είναι ότι πέραν από την αισθητική
προσέγγιση για τον Σκλάβο και το έργο του είναι αναγκαίο να αναγάγουμε το όλο
θέμα στη γενικότερη δομή της Κριτικής
Θεωρίας. Από την άλλη, η αισθητική, από ένα σημείο και πέρα, παύει να είναι
αισθητική5,
καθόσον είναι αναγκαία και η συνδρομή
της κοινωνιολογίας της τέχνης και του πολιτισμού, κ.τ.λ. Το θέμα της
κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας για παράδειγμα, με το οποίο συνδέεται στενά η
γλυπτική του Σκλάβου, όπως εξάλλου έχουμε δείξει και με τη διατριβή μας, είναι
ευρύτερο. Το ίδιο ισχύει και με τη θεωρία σύμφωνα και με τις νεώτερες έρευνές
μας6, για
την παγκοσμιοποίηση, που δεν έχει να
κάνει με θέματα αισθητικής, αλλά
Κριτικής θεωρίας. Από την άλλη, χωρίς την Κριτική θεωρία δεν μπορούμε να
κάνουμε μια αισθητική προσέγγιση. Αλλά και αντίστροφα: από τον Σκλάβο (δηλαδή
από το μερικό) πάμε στην Κριτική Θεωρία. Δηλαδή
από την Κριτική Θεωρία πάμε στον Σκλάβο και αντίστροφα. Έτσι παύει να
έχει σημασία από πού ξεκινάμε και που πηγαίνουμε. Έρχεσαι σε μια κατάσταση του
πνεύματος πλέον όπου Σκλάβος ίσον Κριτική Θεωρία και Κριτική Θεωρία ίσον
Σκλάβος2*,
χωρίς βέβαια η Κριτική θεωρία να περιορίζεται στον Σκλάβο.
Η ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΛΑΒΟ: Η
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ
Από την
Αισθητική γενικά στην αισθητική του έργου του Σκλάβου συγκεκριμένα, μόνον. Από
το γενικό στο ειδικό, στο συγκεκριμένο: Η μεθοδολογία και η απαίτηση αυτή του καθηγητή Αισθητικής της Σορβόννης, Ο.
Ρεβώ ντ’ Αλλόν, ήταν απόλυτη. Κατ΄εμέ ήταν εμπειριστικής αντίληψης, αλλά στο
πρώτο μας ραντεβού στο γραφείο του στη Σορβόνη δεν τόλμησα να του το πω. Δεν
ήξερα τότε τα κείμενά του7
γα τον Delacroix και
τον Picabia,
που ήταν αυτής της αντίληψης. Ωραία και σημαντικά κείμενα προσέγγισης δύο
εξεχόντων καλλιτεχνών της πρωτοπορίας της εποχής τους, αλλά όταν τα διάβασα
μετά από λίγο καιρό μου επιβεβαίωσαν αυτή την πρώτη εντύπωσή μου.
Και ο
Αντόρνο, σκέφτηκα; Άλλες μεθοδολογίες ακούγαμε στο Σεμινάριο του Αισθητικής στη
Σορβόννη, νεολουκατσικής – αντορνικής έμπνευσης.
Εξάλλου
και ο ίδιος ο δάσκαλος με προέτρεψε ν’ασχοληθώ με τη μελέτη του Αντόρνο,
«κυρίως του Αντόρνο», προκειμένου να μπορέσω να προσεγγίσω αισθητικά το έργο του Σκλάβου. Οπότε σκέφτηκα
ότι αυτό που ήθελε να μου πει ο δάσκαλος ήταν συγκεκριμένη προσέγγιση του έργου
του Σκλάβου, αλλά με βάση την αντορνική αισθητική θεωρητικοποίηση. Συγκεκριμένα
σήμαινε, όπως το αντιλήφθηκα εγώ, μεταφορά της ιστορικής προσέγγισης του Κ.
Κόζικ, Η διαλεκτική του συγκεκριμένου8, που την είχα
μελετήσει μόλις εκδόθηκε στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας το 1970, στην οπωσδήποτε
συγκεκριμένη (imperativement), κατά τον Ρεβώ ντ’ Αλλόν, αισθητική προσέγγιση
του Σκλάβου. Οπότε σκέφτηκα ότι το πρώτο καθήκον που είχα ήταν να μελετήσω όσο καλύτερα
μπορούσα και άμεσα το έργο του Σκλάβου, συγχρόνως με τη συστηματική πλέον
μελέτη μου του έργου του Αντόρνο.
Γνώριζα ήδη ικανοποιητικά το έργο του Γκολντμάν, του Χάουζερ, του Φίσερ,
του H.
Lefebvre, του Μαρκούζε, του νεαρού Λουκατς και του
Γκράμσι.
Δεν ήταν
δύσκολο να μελετήσω και τον Αντόρνο. Άλλο που δεν ήθελα. Αλλά πως θα συνταχθεί με
βάση αυτή τη μεθοδολογία το κείμενο της διατριβής, 250-300 σελίδες; Δύσκολο
θέμα για εμένα, όπως το έθεσε ο δάσκαλος. Ενώ θα μπορούσα να συντάξω ένα τέτοιο
κείμενο σε λίγες ημέρες για τα θεωρητικά
προβλήματα της αισθητικής, υπό την ισχυρή επίδραση και των κειμένων του Βαρίκα
για το θέατρο του παραλόγου, και την αισθητική θεωρητικοποίηση για τον Αντονιόνι,
το έργο του οποίου μου άρεσε και γνώριζα άριστα, ενός δηλαδή μεγάλου αντορνικού σκηνοθέτη με πρωταρχική
του ιδέα της αναγκαίας απελευθέρωσης του σύγχρονου ανθρώπου μέσω της
συστηματικής καταγγελίας της αλλοτρίωσης, έπρεπε να συλλάβω και ν’ακολουθήσω
μια άλλη μεθοδολογία. Όχι Κριτική θεωρία (Αισθητική) – Σκλάβος, αλλά
αντίστροφα: Σκλάβος – Κριτική θεωρία (Αισθητική). Και στο σημείο αυτό αρχίζει η
συναρπαστική περιπέτεια της συστηματικής πλέον ενασχόλησής μου με την αισθητική
της μοντέρνας τέχνης (μοντέρνες εικαστικές τέχνες-μοντέρνα γλυπτική) και του
Σκλάβου ειδικότερα, παραδειγματικά πρωτοπόρου, μοντέρνου και αφηρημένου, πιο
συγκεκριμένα, γλύπτη. Η συνέχεια: κείμενα αισθητικής για τον Σκλάβο και το έργο
του, κείμενα αισθητικής για τον Τζιακομέττι και αμέσως μετά τον Στέρη, κείμενα
κριτικής θεωρίας και θεωρίας του πολιτισμού μέχρι σήμερα, κείμενα αισθητικής
γενικότερα. Και το καράβι πάει… για να θυμηθούμε και τον Φελίνι…
Η
επιβεβλημένη αλλαγή μεθοδολογίας προς το συγκεκριμένο για τη διατριβή μου είχε μια
αναπόδραστη επίπτωση στην όλη αισθητική – και όχι μόνον – θεωρητικοποίησή μου:
Η αισθητική πλέον κάτω, όχι του υψηλού ή για το υψηλό, του ωραίου ή για το
ωραίο, αλλά η αισθητική κάτω, του κόσμου αυτού, του υπάρχοντος συγκεκριμένα,
κοινωνική, πρακτική με την έννοια του νεαρού Μαρξ του 1842-4 και στα νεώτερα
χρόνια των Λεφέβρ και Σατλέ. Υπονοείται ότι για εμένα, ήδη
αριστεροχεγκελιανομαρξιστή τότε (1984-6), η διατήρηση της ολότητας ήταν πάνω
από όλα. Η ολότητα, η μέγιστη αυτή κατάκτηση, μεθοδολογική, επιστημονική,
ιδεολογική, του νεαρού Λούκατς, μέσα στην αντιθετικότητά της υπερβαίνει κάθε
συγκυρία και επί μέρους διαφοροποίηση. Η ολότητα ως μοντέρνα τέχνη και του
έργου του Σκλάβου, μάλιστα ολικά αφηρημένου γλύπτη, και κατά τούτο εξορισμού
ολικού, και μάλιστα με ολικό έργο μέσα στην αποσπασματικότητά του: Αυτή ήταν
πλέον το βασικό μεθοδολογικό-αμφισβητητικό πρόταγμα: Για το λόγο αυτό,
αλλά και για να συγκεραστεί η τότε θέση του δασκάλου
εισήγαγα μια νέα έννοια, την έννοια απόσπασμα-ολότητα. Στην πορεία όμως και
μέσω των έντονων θεωρητικών συζητήσεών μου και ο δάσκαλος έφθασε σε μια ολική
αντορνική αισθητική, ενώ ακόμη μεταστράφηκε, ξεπερνώντας έτσι την όποια
γαλλική-στρουκτουραλική επίδραση προς τη φιλοσοφία του υποκειμένου. Αυτή ήταν η
προκαταβολική προϋπόθεση για την όποια κριτική αισθητική της μοντέρνας τέχνης.
Βέβαια η μοντέρνα τέχνη από τη γένεση της (1850-60 με
τον Κουρμπέ και τους Καταραμένους) μέχρι τα χρόνια 1960-70, και ειδικά στην
προεπαναστατική και την επαναστατική Ρωσία (1905-1923) ήταν μια αισθητική του
συγκεκριμένου, του πρακτικού, της άμεσης και της συγκεκριμένης απελευθέρωσης, που έτσι συγκρότησε προοδευτικά το ολικό
απελευθερωτικό μοντέρνο σχέδιο – πρόταγμά (της).
Ο Σκλάβος
δε ως καλλιτέχνης πρωταρχικά της συνειδητοποίησης της αβάσταχτης κατάστασης της
αλλοτρίωσης, στον μονοπωλιακό και στον ύστερο καπιταλισμό, ήταν μια περίπτωση –
μοντέλο αυτής της σύλληψης, και το έργο του μια συγκεκριμένη ολική και καθορισμένη
συγκεκριμενοποίηση της απελευθέρωσης… Της αναγκαίας, της επιβαλλόμενης απελευθέρωσης.
Της ανθρώπινης απελευθέρωσης γενικά. Της απελευθέρωσης ως κατάστασης.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Ξαναδιάβασα ο Μονοδιάστατος άνθρωπος του Μαρκούζε, το ιστορικό έργο όταν έκανα τη
διατριβή και διαμόρφωσα πιο συγκροτημένη αντίληψη για τη σημασία του
ιδεολογικού στοιχείου, που με ολικό τρόπο εισάγει ο Μαρκούζε, αλλά και για την
ιδεολογική λειτουργία των δομών και των θεσμών του μονοπωλιακού καπιταλισμού,
που καταγγέλλει ολικά, καθορισμένα. Έτσι
μπόρεσα να συλλάβω καλύτερα την κριτική ιδεολογική διάσταση της πρακτικής και
του έργου της πρωτοπορίας, που και ο Μαρκούζε επισημαίνει, αλλά και του Σκλάβου
ειδικότερα, στην εποχή της μεγάλης αμφισβήτησης, που ήταν οι δεκαετίες του 1950
και 60.
2*. Ευχαριστώ πολύ τη Σ.
Αράβου-Παπαδάτου για την καταλυτική δράση της για την οργάνωση του Συμποσίου,
καθώς και τους Γ. Χαλαβατζή και Ελ. Κουλουριώτου για την παθιασμένη συνέντευξη που μου πήραν τον Αύγουστο του
2024 για το ράδιο «InKefalonia». Και οι
τρεις παραμπαστοί…
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Αντ.
Γκράμσι, Ιστορικός υλισμός και η
φιλοσοφία του Μπ. Κρότσε,
Οδυσσέας, Παρελθόν και παρόν, Οι διανοούμενοι, Οργάνωση της Κουλτούρας, Στοχαστής.
2. Εκδ.
Παπαζήσης.
3. Βλ. Th. Αντόρνο, Théorie esthétique, Klincksieck.
4. Βλ. Γκ.
Λούκατς, Η ψυχή και οι μορφές,
Θεμέλιο.
5. Βλ. και τη συνέχεια αυτού
του κειμένου.
6. Βλ. κυρίως τα κείμενά μας, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση, Ζήτη και Η εποχή της καθορισμένης άρνησης, Αρμός.
7. Βλ. Ο. Revault d’ Allonnes, Création
artistique et les promesses de la liberté, Klincksieck.
8. Eκδ. Οδυσσέας
[1]* Θέατρο Κέφαλος, Αργοστόλι,
11-12/10-25, Οργάνωση: Ελ. Παν/μιο – Φ.Σ. Παρνασσός, Δήμος Αργοστολίου, Βίλα
Ροδόπη, Εργαστήριο Κοινωνικής θεωρίας/ Τμήμα Κοινωνιολογίας/ΕΚΠΑ.
[2]* Απομαγνητοφωνημένο από την Ο.
Σταθάτου (την οποία ευχαριστώ για αυτό, αλλά και γενικότερα για ότι έχει κάνει,
μέρους της εισήγησής μου,
διορθωμένο και συμπληρωμένο. Βλ.
και το αντίστοιχο πρώτο κεφάλαιο του κύριου κείμενου της εισήγησης.