Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ: ΘΕΣΕΙΣ

 Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ: ΘΕΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

H  σύλληψη στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και η ανάπτυξη στη συνέχεια της Κριτικής θεωρίας1 σήμαινε την απελευθέρωση της σκέψης, της φιλοσοφίας, της τέχνης, της αισθητικής από τον θετικισμό (ποζιτιβισμό), τις μηχανικιστικές – απλοϊκές αντιλήψεις, από προκατασκευασμένα ιδεολογικά σχήματα. Σήμαινε συγχρόνως το άνοιγμα της σκέψης, και θεωρίας στον αντιφατικό εξ ορισμού κόσμο, διαρκώς μετακριτική θεώρηση – θεωρητικοποίηση.

Η σκέψη στη μετά Χέγκελ εποχή ζει το τέλος της φιλοσοφίας. Ως εκ τούτου ανακύπτει η ανάγκη της διαρκώς μετακριτικής προβληματικής και θεματικής – θεματοποίησης (réflexion), του διαρκούς στοχασμού και του αναστοχασμού. Της Κριτικής θεωρίας δηλαδή, ως μη σύστημα, αλλά και εξ ορισμού, δομικά αντισυστηματική.

Η Κριτική θεωρία είναι δομικά και αφετηριακά διεπιστημονική, προσπαθώντας πάντοτε να συλλάβει την πολυσχιδή, πολύπλευρη, πολυεπίπεδη διαλεκτική του σύγχρονου όλου, το οποίο είναι κατά πολύ πιο σύνθετο και πολύπλοκο από τα μέσα του 19ου αι., όταν ο νεαρός Μαρξ συνέλαβε την ιστορική επαναστατική θεωρία του με επίκεντρο την επιβαλλόμενη απελευθέρωση του ανθρώπου.

Η διεπιστημονικότητα στην εκδοχή της σύγχρονης κριτικής θεωρίας δεν είναι μια απλή καταγραφή του σύγχρονου πολύπλοκου και σύνθετου είναι, αλλά προσπαθεί με βάση τη σύλληψη και θεωρητικοποίηση των επί μέρους διαλεκτικών να φθάσει σε μια το ίδιο σύνθετη και πολύπλοκη διαλεκτική, με επίκεντρο τον κριτικό μετασχηματισμό των ίδιων των εννοιών και θεωρητικοποιήσεων. Για το λόγο αυτό εισηγηθήκαμε ως νέα και πρωτοπόρα σύλληψη που ανταποκρίνεται στις διαρκώς διευρυνόμενες μεθοδολογικές και επιστημονικές ανάγκες την έννοια της κριτικής διεπιστημονικότητας. Η αρχική σύλληψη της μετακριτικής και της διεπιστημονικότητας από τον Χορκχάϊμερ2 στις αρχές της δεκαετίας του 1930 δεν αρκεί πλέον. Με βάση και το ιστορικό έργο της Σχολής της Φρανκφούρτης συνολικά, η σύγχρονη Κριτική θεωρία επιβάλλεται να στοχάζεται και να αναστοχάζεται συνεχώς αυτόνομα, μετακριτικά, διεπιστημονικά, προκειμένου να μπορεί να συλλαμβάνει έστω και στοιχειωδώς την αντιφατική δομικά κίνηση του πραγματικού.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δε το θέμα αυτό αποκτά κρίσιμες διαστάσεις, διαστάσεις εκ των ων ουκ άνευ για ίδια την ύπαρξη ακόμη της Κριτικής θεωρίας ως σύγχρονης, ζωντανής, υπαρκτής οντότητας και κατασκευής, με επίκεντρο πάντοτε την αναζήτηση της απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Σήμερα με την πολύπλοκη όσο ποτέ άλλη δομή της κυρίαρχης πλέον παγκοσμιοποίησης, αν και σε διαρκή, σε δομική κρίση με απρόβλεπτες εκφράσεις και εκβάσεις, η Κριτική θεωρία δεν μπορεί ν’αρκεστεί στις ιστορικές της μεν θεωρητικές συλλήψεις και επεξεργασίες. Και αυτό γιατί παρά την ιστορική σημασία της είναι  κατά ένα σημαντικό βαθμό, ξεπερασμένη, όπως εξάλλου όλες οι μεγάλες θεωρητικές συλλήψεις από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Έτσι επιβάλλεται η διεύρυνση, η επικαιροποίηση με κριτικά πάντοτε διεπιστημονικό τρόπο της σύγχρονης Κριτικής θεωρίας, αν αυτή θέλει να παραμείνει σύγχρονη, επίκαιρη, ζωτική. Αν θέλει να προσφέρει κάποιες δυνατότητες διαλεκτικής σύλληψης και θεωρητικοποίησης της σύγχρονης πολύπλοκης και δομικά αντινομικής πραγματικότητας, χωρίς προφανείς μάλιστα ανθρωπιστικές διεξόδους.

Χωρίς υπερβολή θα λέγαμε μάλιστα ότι η Κριτική θεωρία ή είναι διεπιστημονική και μετακριτική, ή δεν είναι Κριτική θεωρία. Με βάση το ιστορικό κείμενο του κ. Χορκχάϊμερ, Παραδοσιακή και κριτική θεωρία3 και υπό την έντονη ακόμη επήρεια του Σεμιναρίου αισθητικής της Σορβόνης, υπό τον εμπνευσμένο καθηγητή μας O. Revault dAllonnes, όταν αρχίσαμε να διδάσκουμε στο Πολυτεχνείο Κρήτης (1989) ξεκινήσαμε μια εντατική και όσο μπορούσαμε και συστηματική διεπιστημονική και μετακριτική έρευνα, στο χώρο πάντα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών  επιστημών, με επίκεντρο τη μοντέρνα τέχνη και την Αισθητική. Αποτέλεσμα αυτής της έρευνας ήταν αρκετές νέες θεωρητικοποιήσεις – κείμενα που επεξεργαστήκαμε και δημοσιεύσαμε, ενώ ένα πολύ σημαντικό υλικό σημειώσεων και αρκετά δύσκολων κειμένων έχει μείνει ακόμη αδημοσίευτο, γιατί δεν μπορέσαμε να ολοκληρώσουμε την όλη επεξεργασία του συστηματικά λόγω και των πολλαπλών επιστημονικών, ερευνητικών και διδακτικών δραστηριοτήτων μας. Τότε (1989-1993) σε συνεχή επαφή και συζήτηση με τον Πρέβε, πριν αυτός αλλαξοπιστήσει, και παρά τις σοβαρές διαφωνίες μας μαζί του και με τον Μαρκή, μαθητή του Αντόρνο, αλλά δυστυχώς αρκετά μανταρίνο, και κατά καιρούς με τον καθηγητή μας, λόγω της απόστασης, συλλάβαμε τη νέα πρωτοπόρα όσο και δυναμική έννοια της κριτικής διεπιστημονικότητας με βάση και την επίδραση, ακόμη και τον προσδιορισμό μας από τη  πληροφορική, που έχουμε σπουδάσει πριν. Η ίδια αυτή έρευνα μας έδωσε την ώθηση για τη σύλληψη της μετακριτικής, της μεταφιλοσοφίας και της μετα-αισθητικής, και τις σύγχρονες, σύνθετες, όσο και επίκαιρες μορφές της Κριτικής θεωρίας, μέσω πολλών κειμένων μας. Η έρευνα αυτή συνεχίστηκε, υπό την επήρεια και του έργου ενός άλλου δασκάλου μας, του οποίου παρακολουθήσαμε ένα ιστορικό σεμινάριο στο Παρίσι, του H. Lefebvre, με το έργο του οποίου ασχοληθήκαμε αρκετά συστηματικά, αργότερα, όταν πήραμε μια sabbatical. Αποτέλεσμα όμως αυτής της προσπάθειας ήταν τα νέα κείμενά μας, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση4, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης5, που δημοσιεύσαμε αργότερα, και πολλά άλλα κείμενα ακόμη αδημοσίευτα. Το συμπέρασμα που βγάλαμε από αυτή τη μακρόχρονη εντατική ερευνητική διαδικασία είναι ότι ανασυγκροτώντας το μοντέλο αναγκαστικά, λόγω της κρίσης που ενέσκυψε, η Κριτική  θεωρία μέσα σε συνθήκες ολικής αλλοτρίωσης και αποξένωσης που δημιούργησε και επέβαλε η παγκοσμιοποίηση, αλλά και της γενικότερης καταστροφής που επέφερε η κρίση από το 2008 και εδώ, μπορεί ν’ανταποκριθεί στις ιστορικές απαιτήσεις για την (ανα-)συγκρότηση μιας νέας Ανθρωπιστικής – σοσιαλιστικής – απελευθερωτικής θεωρίας, όχι μόνο με θεωρητικούς όρους, αλλά και πρακτικούς…

H κριτική θεωρία από τη γένεσή της είναι πολυεπίπεδη, διεπιστημονική, ανοιχτή και συγχρόνως αναδεικνύει και επεξεργάζεται  νέες προβληματικές και θεματικές. Στηρίζεται στο έργο πολλών φιλόσοφων, κοινωνιολόγων, οικονομολόγων, ψυχαναλυτών: Μαρξ, νεαρός Λούκατς, Κορς, Μπλοχ, Ζίμελ, Βέμπερ, Χίφερντινγκ, Λούξεμπουργκ, Φρόϋντ, Ράιχ, αλλά η όλη σύλληψή της, αφετηριακά κριτική, ριζοσπαστική, νέα και καινοτόμα, πηγαίνει πέραν από αυτές, εισάγοντας και συγκροτώντας προοδευτικά μια ριζικά νέα οπτική, θεώρηση, θεωρητικοποίηση. Πατάει γερά στο πραγματικό, ένα αλλοτριωμένο ολικά και πραγμοποιημένο πραγματικό, με στόχο πάντοτε την αλλαγή του, μέσα σε ένα περιβάλλον ήττας του κινήματος στην Ευρώπη, και σε λίγο αρχόμενου φασισμού. Η Κριτική θεωρία σκεπτόμενη πολλαπλά προσπαθεί να σώσει τις ιστορικές κατακτήσεις του κινήματος και της θεωρίας, χωρίς να περιορίζεται σε αυτές μέσα στη νέα πρωτόγνωρη κατάσταση που διαμορφώνεται. Εξάλλου ήδη η Μοντέρνα τέχνη έχει κηρύξει ένα βροντερό σήμα κινδύνου: Ο διαλυμένος, ο ξεπεσμένος σύγχρονος κόσμος δεν έχει καμία προοπτική. Από την άποψη αυτή, η Σχολή της Φρανκφούρτης είναι ίσως η μόνη φιλοσοφική και θεωρητική γενικότερα Σχολή της ιστορίας, στην οποία η προσέγγιση της τέχνης γενικά και της μοντέρνας ειδικότερα είναι πρωταρχική. Η εισαγωγή για την κατανόηση της σύγχρονης κατεστραμμένης πραγματικότητας, αλλά συγχρόνως και ένα ισχυρό μέσο για την  αλλαγή της: για την απελευθερωτική αισθητοποίηση του αλλοτριωμένου πραγματικού. Για την πολιτισμική πνευματική αναβάθμιση της ζωής, της επικοινωνίας. Για την επανεύρεση με σύγχρονους όρους της χαμένης ανθρωπιάς από τον καπιταλισμό των μονοπωλίων. Η Σχολή της Φρανκφούρτης μπροστά σε αυτό το ιστορικό καθήκον φθάνει ακόμη και να προτάσσει την Αισθητική, ακόμη και να τη θεωρεί ως ένα σύνθετο πλέον μέσο σύλληψης, εμμενούς κατανόησης και ριζοσπαστικής αλλαγής της κοινωνίας, με βάση και αναφορά το μοναδικό έργο της ιστορικής και νεώτερης πρωτοπορίας και ειδικότερα της ριζοσπαστικής πτέρυγάς της.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ-ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Ο Μαρκής όταν αναπολούσε έστω και μερικώς ριζοσπαστικά τις ιστορικές επεξεργασίες της Σχολής της Φρανκφούρτης, και προκειμένου να γλυτώσει η σκέψη από διάφορα παραδοσιακά σχήματα, πριμοδοτούσε τον όρο θεματοποιήσεις. Του άρεσε η ελληνική ρίζα, αλλά η Κριτική θεωρία, παρά την ιστορική σύνδεσή της και με τη φιλοσοφία της αρχαίας Ελλάδας, δεν ήταν ελληνοκεντρική. Και ο Λεφέβρ προέκρινε τον όρο θεματοποιήσεις, αλλά νομίζω ότι ο όρος θεωρητικοποιήσεις είναι πιο δόκιμος, σε ευθεία σύνδεση με τη μαρξική-μαρξιστική παράδοση, από την οποία όσο και αν προσπάθησε να διαφοροποιηθεί η Κριτική θεωρία δεν μπορούσε ν’αυτονομηθεί εντελώς από αυτή. Επί πλέον η θεωρία ως λέξη έχει και αυτή ισχυρή σηματοδότηση στην αρχαία Ελλάδα. Οπότε δεν αποκοβόμαστε από την πολιτισμική ιστορία. Επιπλέον βρισκόμαστε στην καρδιά της αναγκαίας και επιβαλλομένης πάντοτε εποπτικής διάστασης, κατάστασης, υπόστασης της σκέψης, εποπτικότητα που ήταν και ο πυρήνας της θεωρίας.

Κριτική θεωρία λοιπόν, με τις αναγκαίες και επιβαλλόμενες κριτικές, ή και μετακριτικές θεωρητικοποιήσεις και μεθοδικές ανασυγκροτήσεις. Πρόκειται για λέξη με ισχυρό συμβολισμό, με δυνατό νόημα (sens fort),  που προσπαθεί πάντοτε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της αναγκαίας πράξης, χωρίς να καταφεύγει στα περιττά και εν πολλοίς νεκρά σήμερα σχήματα της παραδοσιακής φιλοσοφίας. Ούτως ή άλλως η φιλοσοφία από τον Χέγκελ και εδώ ζει το τέλος της. Μόνη λύση, μόνη διέξοδος, η Κριτική θεωρία, η οποία μπορεί να αυτο-ανασυγκροτείται, να ανανεώνεται, χωρίς το βάρος της παράδοσης, όπως τόνιζε με έμφαση ο Μαρξ. Επί πλέον η θεωρία ως τέτοια και η Κριτική θεωρία ειδικότερα δεν ζουν κανένα τέλος, ίσως να μην έχουν ποτέ κανένα τέλος, καθόσον ο άνθρωπος  θα παραμείνει πάντοτε θεωρησιακός υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Το μόνο τέλος που μπορεί να έχει είναι ο σκοπός της απελευθέρωσης του ανθρώπου, για την οποία εργάζεται συστηματικά.

Επιπλέον η θεωρία – θεωρητικοποίηση έχει από τη φύση της μια έντονη, μια καθοριστική αντιθετικιστική και αντιεμπειριστική διάσταση. Τείνει δομικά προς την υπέρβαση, το ξεπέρασμα δια της πράξης, αναβιώνει σε ανώτερο πάντοτε επίπεδο την εμμενή τάση προς την ρήξη από το σύστημα, προσπαθώντας συγχρόνως να συνδέσει διαλεκτικά τις στιγμές, τις πράξεις της ρήξης, προς το διαρκώς άλλο, να πράξει μέσα στο ίδιο  το σύστημα κάποτε  λέγαμε μια επαναστατική θεωρία, ακόμη και να δημιουργήσει τις βάσεις της επαναστατικής πράξης, που εξάλλου θεωρούμε τη μια ως προϋπόθεση της άλλης: Δεν υπάρχει επαναστατική πράξη, χωρίς επαναστατική θεωρία, ήταν μια διάσημη φράση του Λένιν. Ακόμη και ο Μαρκούζε επηρεάστηκε από αυτήν τη φράση, στην προσπάθεια του να συλλάβει τη δημιουργία της αναγκαίας ρωγμής στο σύστημα. Έτσι θεωρητικοποίησε και αυτός την ιδέα, τη θέση του Λένιν, ότι μέσα στο σύστημα της ολοκληρωμένης αλλοτρίωσης, η συνείδηση μπαίνει μόνο απέξω,  ανατρέχοντας σε όλα τα επαναστατικά κινήματα των τρίτων χωρών, μέχρι να ξεκινήσει η Μεγάλη αμφισβήτηση στις ΗΠΑ, και που μετά επεκτάθηκε διεθνώς.  Σήμερα η Κριτική θεωρία δεν παραμένει προσγειωμένη στο εγγενώς, εμμενώς αλλοτριωτικό παρών, και προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει δυναμικά τις βαθειές της αντινομίες, που υπό την πρακτική της γενικευμένης καθορισμένης άρνησης, στην οποία ρέπει ο λαός, αντισυστημικά σκεπτόμενος και δρώντας, έντονα και στοιχειωδώς ακόμη η αποσπασματικά μέχρι τώρα, μπορεί να μετατρέψει την αρχική, την αυθόρμητη αυτή άρνηση σε καθολική. Η Κριτική θεωρία, ως ιστορικός συνεχιστής της θεωρητικοποίησης όλων των κοινωνικών κινημάτων της ανθρωπότητας, όπως λέει και ο Βανεγκέμ, θεωρητικοποιώντας συνέχεια κριτικά το σύγχρονο αντινομικό γίγνεσθαι, δεν ξεφεύγει από το διαρκή θεωρητικό στόχο της: Τη συνεχή κριτική διερεύνηση με ολικό τρόπο των σύγχρονων ολικά αλλοτριωμένων ανθρώπινων συνθηκών με στόχο την εξίσου ολική απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Μελετώντας συστηματικά και επιστημονικά τη μοντέρνα τέχνη η Κριτική θεωρία συνειδητοποιεί ότι το απύθμενο κοινωνικό κακό του μεσοπολέμου έχει βαθειές ρίζες, και βέβαια αντικειμενικής προέλευσης. Όχι μια, αλλά πολλές.

Η αποσπασματικότητα των μορφών, η αγωνία των χρωμάτων, η ατονικότητα της μουσικής, το σπάσιμο της μορφής στην ποίηση και τη λογοτεχνία, είναι μερικές από τις σημαντικώτερες καινοτομίες που εισηγείται η μοντέρνα τέχνη, κινούμενη, σκεπτόμενη και προσδιοριζόμενη πλέον αυτόνομα. Δηλαδή παίρνοντας αποστάσεις από το αλλοτριωμένο πραγματικό, ακόμη και απομακρυνόμενη εξίσου ολικά από αυτό,  αν σκεφτούμε την συγκλονιστική περίπτωση του Μάλεβιτς, ιδίως από το 1916 μέχρι το 1920-3, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο  Μάλεβιτς σταμάτησε ποτέ να σκέπτεται με όρους αυτονομίας, περά τη σταλινική νύκτα που επιβλήθηκε στην Σοβιετική Ένωση.

Η ρήξη αυτή, και τουλάχιστον η απομάκρυνση της πρωτοπορίας από την ξεπεσμένη πλέον και μη ανθρώπινη (inhummaine) πραγματικότητα, καθολική και απόλυτη από το 1917 και μετά, συνειδητοποιείται έγκαιρα από την Κριτική θεωρία και την οδηγεί σε νέες θεωρητικοποιήσεις ευρύτερου και συστηματικότερου χαρακτήρα. Η Κριτική θεωρία έτσι εισάγει τη σκέψη στην μετακριτική περίοδό της, με αναφορές όχι μόνο κοινωνικές, οικονομικές, φιλοσοφικές κ.α., αλλά πρώτιστα καλλιτεχνικές: Τα πολυσχιδή ρεύματα της Μοντέρνας και της Ανήμορφης τέχνης, που είχαν γίνει ηγεμονικά, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Γκράμσι. Υπάρχει δηλαδή σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Ρωσία, πλέον μόνο η μοντέρνα τέχνη. Η αλλαγή σε επίπεδο εποικοδομήματος είναι πλέον πλήρης, ολική. Ως εκ τούτου η θεωρία πρέπει να κατανοήσει διαλεκτικά τις βαθύτερες αιτίες αυτού του ιστορικού αισθητικού φαινομένου, το οποίο είχε μάλιστα φθάσει να αυτονομηθεί από τις κοινωνικές επαναστατικές κινήσεις.

 

Η ΝΕΑ ΜΟΡΦΗ…

Με βάση  τη θεωρία του νεαρού Λούκατς περί νέας μορφής τέχνης που συνιστά το σύγχρονο μυθιστόρημα, το οποίο δίνει έμφαση πλέον στο ιδιαίτερο, το γνήσιο, το αυθεντικό στοιχείο της ύπαρξης˙ τη θεωρία επίσης του νεαρού Λούκατς για τις εντάσεις που αναδεικνύει η μοντερνιτέ μεταξύ ψυχής και μορφών, τη θεωρία επίσης του νεαρού Λούκατς για την κυριαρχία πλέον της πραγμοποίησης στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, η όλη έρευνα της Σχολής της Φρανκφούρτης επικεντρώνεται στο πως θα διασωθεί η κρίσιμης σημασίας έννοια της ολότητας επίσης του νεαρού Λουκατς, προκειμένου να διασωθεί η σκέψη από τον κυρίαρχο θετικισμό και εμπειρισμό, που καλλιεργεί και διαδίδει το σύστημα προκειμένου να καλύψει την ολικά άδικη, παράλογη, εκμεταλλευτική, αυταρχική εξουσία του.

Και στο σημείο αυτό η ανακάλυψη των κειμένων του νεαρού Μαρξ, και ιδίως της θεωρίας του περι αλλοτρίωσης δίνει μια τεράστια ώθηση στις έρευνες της Κριτικής θεωρίας, προς μια ενιαία μάλιστα σύλληψη του είναι και του γίγνεσθαι, με επίκεντρο πάντα την αναφορά της πρωτοπορίας και τη μοντέρνα τέχνη. Έτσι απέναντι στην κυρίαρχη ψευδή ολότητα του συστήματος η Κριτική θεωρία αντιπαρατάσσει την ολικά αρνητική κριτική θεωρητικοποίησή της, με στόχο την ολική ανασυγκρότηση σε σύγχρονες κριτικές και ορθολογικές βάσεις την όλη θεωρητική και κοινωνική πρακτική της. Η υποκειμενικότητα ως ενεργή και δρώσα οντότητα, επανέρχεται στο επίκεντρο της όλης θεωρητικοποίησης, σε αντίθεση με την μέχρι τότε λατρεία της οικονομικοκοινωνικής βάσης, και με την απαραίτητη συνειδητοποίηση που επιβάλλεται ν’αποκτήσει και μέσω της εργασίας, σε επίπεδο εποικοδομήματος, και πρώτιστα μέσα από την κατανόηση και ανάδειξη  της ιστορικής απελευθερωτικής ιδιομορφίας της μοντέρνας τέχνης, πρέπει ν’αποκτήσει την απαραίτητη και επιβαλλόμενη συνειδητοποίηση για το ξεπέρασμα. Το ιστορικά επιβαλλόμενο ξεπέρασμα.

Βέβαια από ένα σημείο και μετά η απαισιοδοξία γίνεται μια κυρίαρχη ψυχοπνευματική δομή, μπροστά στη δυσκολία του όλου εγχειρήματος και της δομικής πλέον τάσης της εργατικής τάξης προς την ενσωμάτωση στον παντοδύναμο πλέον μονοπωλιακό καπιταλισμό, μετά την ήττα της επανάστασης στην Ευρώπη από το 1918 έως το 1923. Η αισθητική ως θεωρία-καταφύγιο, και όσο οι καλλιτεχνικές και αισθητικές πρωτοπορίες ήταν ακμαίες ήταν κεντρική στην όλη θεωρητικοποίηση της Κριτικής θεωρίας.  Η αισθητική μέσα σε αυτές τις συνθήκες αποσύνθεσης του κοινωνικού υποκειμένου γίνεται η νέα θεωρητική ολότητα, η οποία προσπαθεί να προβάλει δυναμικά στο μέλλον την απελευθερωτική δύναμη της μοντέρνας τέχνης.

Η Αισθητική στην Κριτική θεωρία επέχει θέση ολότητας, αν δεν είναι η ολότητα, της όλης εναγώνιας έρευνας και αναζήτησης της απελευθέρωσης, ή τουλάχιστον των απελευθερωτικών δυνατοτήτων της χειμαζόμενης και καταπιεζόμενης υποκειμενικότητας, η οποία έχει χάσει κάθε έλεγχο και κάθε ανθρώπινο στόχο μέσα στον ολοκληρωτικό μονοπωλιακό καπιταλισμό. Η Αισθητική για πρώτη φορά θεωρητικοποιείται με τόσο κεντρικό, καθοριστικό, αποφασιστικό τρόπο στη μακραίωνα ιστορία της ανθρωπότητας. Η Αισθητική παύει να είναι απλώς μια επιστήμη του ωραίου για απλή απόλαυση, για εξίσου κάποια απλή άσκηση της σκέψης. Αποκτά έναν κεντρικό, κρίσιμο χαρακτήρα για την κατανόηση της αλλοτριωτικής και καταπιεστικής φύσης, δομής, συγκρότησης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τον οποίο αντιπαλεύουν συνειδητά και μέχρι τέλους οι καλλιτεχνικές και αισθητικές πρωτοπορίες.

Η Αισθητική έτσι αποκτά ένα κρίσιμο, ίσως και αποφασιστικό χαρακτήρα για την ίδια την απελευθέρωση του ανθρώπου.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Η Κριτική θεωρία με βάση τη γνώση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ, η οποία αναφερόνταν στον καπιταλισμό του μέσου του 19υ αι. και μετά, επισημαίνει και αναδεικνύει την ύψιστης  σημασίας αλλαγή που έγινε στη δομή του καπιταλισμού, με όλα τα επακόλουθα, στις αρχές του ΧΧου αι. σε μονοπωλιακό. Στη συνέχεια παρακολουθεί στενά τη διαρκή εξέλιξη του καπιταλισμού και τη μετατροπή του μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο σε νεοκαπιταλισμό και ο οποίος στη συνέχεια με βάση τις νέες διαφοροποιήσεις του, μετεξελίχθηκε σε αυτό που ο Μαντέλ ονόμασε ύστερο καπιταλισμό.

Η Κριτική θεωρία παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις, τις μελετά, διερευνά τις επιπτώσεις τους στην όλη οργάνωση του καπιταλισμού (δεν ήταν εξάλλου τυχαίο που ο μονοπωλιακός καπιταλισμός της οργάνωσης), της συνακόλουθης αλλαγής του εποικοδομήματος. Αυτό αναπτύσσεται υπέρμετρα, πρωτόγνωρα από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό και ιδίως από τον νεοκαπιταλισμό, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που αποκτά ένα μεγάλο βαθμό αυτονομίας αν δεν αυτονομείται εντελώς.  Σε κάθε περίπτωση το εποικοδόμημα και με τη συνδρομή της βιομηχανίας της κουλτούρας, που αναπτύσσεται και αυτή υπέρμετρα μεταπολεμικά, τείνει να επιβληθεί στη βάση, ακόμη και να κυριαρχήσει σε αυτή.

Η Κριτική θεωρία δεν ασχολείται πολύ με την πολιτική οικονομία, ούτε και με την κριτική της. Θεωρεί τη συζήτηση αυτή τελειωμένη από τον Μαρξ. Μεθοδολογικά δεν έχει πλέον κάποιο άμεσο ενδιαφέρον. Αντίθετα η μελέτη των επιπτώσεων των δομικών αλλαγών στην κοινωνία ολόκληρη συλλαμβάνει τις νέες μορφές και κατά πολύ πιο βάρβαρες ή και απάνθρωπες – και όχι άμεσα ορατές – της κυριάρχησης. Έτσι η Κριτική θεωρία ανασυγκροτεί το μαρξικό μοντέλο κοινωνικής κριτικής  διατηρώντας πάντοτε τον ανθρωπιστικό πυρήνα της σκέψης του νεαρού επαναστάτη Μαρξ, συγχρόνως διευρύνοντάς τον με νέες θεματικές ολικής κοινωνικής κριτικής. Η κριτική θα πρέπει πλέον (και πάντοτε στη συνέχεια του νεαρού Λούκατς), να είναι πάντα ολική, να είναι δηλαδή επικεντρωμένη στην έννοια της ολότητας, αν θέλει να συλλάβει την ολότητα του εξαιρετικά σύνθετου πλέον οικονομικο-κοινωνικού-πολιτιστικού προτσές. Και όχι μόνο να το συλλάβει παθητικά, να το περιγράψει αξιολογικά ουδέτερα, όπως διατεινόνταν ο Βέμπερ, προκειμένου – υποτίθεται – η περιγραφή αυτή να έχει κάποια επιστημονικότητα. Αντίθετα η Κριτική πάντοτε προσέγγιση του σύγχρονου σύνθετου προτσές και η λέξη κριτική είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τη σωστή, διαλεκτική κατανόηση, στόχευε στην ανάδειξη των κριτικών, δηλαδή των αρνητικών-θετικών δυνατοτήτων των πραγματικών με συγκεκριμένο τρόπο, το οποίο υποβάλλει σε μια μόνιμη, διαρκή, συστηματική, πολυεπίπεδη κριτική. Και μόνο η συστηματική αυτή κριτική του πραγματικού αρκούσε για τη Σχολή της Φρανκφούρτης για να επιτελέσει το ιστορικό έργο της.

Η ριζοσπαστικότητα της κριτικής είναι στο κέντρο της όλης σύλληψής της από την αφετηρία της (αρχές της δεκαετίας του 1920) μέχρι τέλους, ριζοσπαστικότητα που πολλές φορές  οδηγεί ακόμη και στην απόγνωση, καθόσον η όλη κριτική σύλληψη είναι πάντοτε δομικά απαισιόδοξη (μήπως θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά) αλλά ποτέ στη συνθηκολόγηση ή στον συμβιβασμό: Άρνηση, ολική άρνηση του ολικά απάνθρωπου σύγχρονου συστήματος του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του νεοκαπιταλισμού, του καπιταλισμού της οργάνωσης, όπως και αν τον ονομάσουμε: Άρνηση πλήρη, ολική με στόχο την απελευθέρωση του ανθρώπου. Αυτό ήταν το μόνο και συνάμα το βασικό πρόταγμα της Κριτικής θεωρίας που την διαπερνά από την αρχή μέχρι το τέλος με βάση την ιστορική πείρα του κινήματος, των ηττών, των κοινωνικοπολιτικών καταστροφών που ήταν ο σταλινισμός κα ο ναζισμός, αλλά και των έστω και μικρών ενύπαρκτων δυνατοτήτων κοινωνικής ριζοσπαστικής πράξης.

 

ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΣΜΟΥ

Η κριτική θεωρία ενώ μελετά και παρακολουθεί επισταμένα τις δομικές οικονομικές αλλαγές του συστήματος, και από την άποψη αυτή το βιβλίο-παγκόσμιο μπεστ-σέλερ του Μαρκούζε, Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος6, είναι μια συνοπτική όσο και συγκλονιστική ανάλυση του μεταπολεμικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, η οποία το οδηγεί μετά σε νεώτερες επαναστατικές συλλήψεις για τη σημασία της ουτοπίας7, και η οποία ως τέτοια πρέπει να φωτίζει και να καθοδηγεί την πράξη, έτσι ώστε η απελευθέρωση να γίνει μια δυνατότητα (βλ. το άλλο ακόμη μεγαλύτερο μπεστ-σέλερ του, Δοκίμιο για την απελευθέρωση8, δεν κατατρίχεται  συνεχώς με οικονομολογικές λεπτομέρειες, έρευνες και μελέτες.

Κατ’ αυτήν στον καπιταλισμό της οργάνωσης με βάση τα τευλορικά και φορντικά πρότυπα, με τη διάσπαση της ενιαίας υπόστασης της εργατικής τάξης, το πρόβλημα μετατίθεται πλέον πως θα ξεπεραστεί η κοινωνική διαίρεση της εργασίας στις νέες της μορφές, και η οποία πάντοτε υπαρκτή σε διάφορες μορφές από την εμφάνιση της κοινωνίας, για πρώτη φορά όμως έχει οργανωθεί σε σύστημα πλέον. Είναι, ακόμη καλύτερο σύστημα. Οι εξαρτώμενες τάξεις, σύμφωνα με την ορολογία του Γκράμσι δεν ελέγχουν, ούτε ορίζουν τίποτα, ενώ οι ανώτερες έχουν κάνει λίγο-πολύ ενιαίο μπλοκ, όχι  απλώς ιστορικό-ιδεολογικό, όπως πρότεινε ο Γκράμσι για να ξεπεραστεί η διάσπαση αυτή, αλλά κοινωνικό και μάλιστα αρκετά αυτοτελές, ακόμη και αυτόνομο, ακόμη και αυτο-ανανεούμενο.

Έτσι γίνεται αυτοτελές σύστημα, καθεστώς πλέον η παιδεία, η κουλτούρα, κ.α. των ανώτερων τάξεων, ενώ οι κατώτερες ωθούνται διαρκώς στο περιθώριο, στην αναπαραγωγή και στην εκπαίδευση και στην υποκουλτούρα, και όχι πλέον στην παιδεία και στον πολιτισμό, που το σύστημα έχει εξωθήσει στο περιθώριο.

Ένα δε πολύ σημαντικό μέρος του παραγόμενου υπερπλεονάσματος, σύμφωνα με την ανάλυση του Σουήζη9, του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που παράγεται υπέρμετρα από αυτό το ληστρικό σύστημα, πηγαίνει στην όλο και αυξανόμενη παραγωγή όπλων (ας μη ξεχνούμε ότι το σύστημα δεν έπαψε ποτέ να είναι ιμπεριαλιστικό, εσωτερικά και εξωτερικά, αντίθετα μάλιστα) και ένα άλλο στην ταχέως αναπτυσσόμενη βιομηχανία της κουλτούρας, η οποία προορίζεται για την κατασκευή συνεχούς και αναπτυσσόμενης τεχνητής ευτυχίας. Από την άποψη αυτή η όλη ανάλυση της Κριτικής θεωρίας για την βιομηχανία της κουλτούρας10 ως ύψιστης σημασίας αλλοτριωτικού μηχανισμού, αλλά και για τη σημασία του εποικοδομήματος γενικότερα αποκτά ύψιστη σημασία. Κατά την Κριτική θεωρία το όλο νέο εποικοδόμημα αποκτά χαρακτηριστικά, διαστάσεις, βάσης. Είναι και αυτό μια νέα βάση. Το σύστημα πλέον έχει δύο βάσεις: την οικονομική, για την οργανωμένη βάρβαρη, συστηματική, όλο και πιο απάνθρωπη εξαγωγή υπεραξίας ή υπερπλεονάσματος, και το εποικοδόμημα για την αναπαραγωγή συμμετρικά όλο και μεγαλύτερης ποσότητας αποχαυνωτικής τέχνης και κουλτούρας.

Απέναντι σε αυτό το νέο και ατεγκτο σύστημα κυριάρχησης μόνο η Μοντέρνα τέχνη όσο ήταν ακμαία και ο σινεμά των μεγάλων δημιουργών ξέφευγαν, και επεσήμαναν συνέχεια ότι το σύστημα  πρέπει να αλλάξει ριζικά, ολικά: Να γίνει ανθρώπινο, να μπει στην υπηρεσία του ανθρώπου, να θέσει στο κέντρο του τον άνθρωπο. Όμως το σύστημα από το 1973-5 με τη νεοαντιδραστική αντιπαράθεσή του σε όλα τα μέτωπα, όχι  μόνο διάλυσε τη μοντέρνα τέχνη, αλλά κυρίως και την όποια ιδεολογική αμφισβήτηση, συγχρόνως με το κίνημα1* στην οποιαδήποτε κριτική του εκδοχή.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Κατά την Κριτική θεωρία η κοινωνική διαίρεση της εργασίας (la division sociale du travail) είναι το κύριο κοινωνικό πρόβλημα. Και η διαπίστωση αυτή ισχύει, στη συνέχεια πάντοτε το νεαρού Μαρξ, σε υπέρτατο βαθμό για το  μονοπωλιακό καπιταλισμό, στον οποίο έχει γίνει πλέον σύγχρονο σύστημα, και με τη βοήθεια και της διαρκούς τεχνολογικής προόδου αποκτά όλο και νέες και πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Απελευθέρωση του ανθρώπου, σύμφωνα με το νεαρό Μαρξ, χωρίς την κατάργηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας δεν νοείται.

Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε ότι ουσιαστικά αυτή ήταν η θέση και του Πλάτωνα στην τετράτομη ιστορική Πολιτεία του, η οποία από ότι φαίνεται είχε επηρεάσει καθοριστικά και το νεαρό Μαρξ. Στο ιστορικό δε αυτό έργο ξαναγυρνά συνέχεια και συνέχεια ειδικά ο Αντόρνο11, προκειμένου να βρει μια διέξοδο, μια πρακτική ξεπεράσματος της ολικής αλλοτριωτικής σύγχρονης κοινωνικής διαίρεσης και διαστρωμάτωσης. Όμως το πρόβλημα στον μονοπωλιακό καπιταλισμό και στη συνέχεια στον ύστερο αποκτά νέες, ολοκληρωτικές, θεσμοθετημένες, οργανωμένες μορφές, και οι οποίες αλλάζουν συνέχεια, εκσυγχρονιζόμενες με τη βοήθεια της εξελισσόμενης συνέχεια τεχνολογίας, η οποία αντί να απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον εργάτη, τους μετατρέπει όλο και περισσότερο σε δούλους, σε άβουλα εκτελεστικά όντα και μάλιστα με όλο και μικρότερους πραγματικούς μισθούς.

Στην παγκοσμιοποίηση δε με τη νέα οικονομική οργάνωση που δημιουργήθηκε το πρόβλημα αποκτά ακραίες διαστάσεις και λόγω της εξάρτησης μεταξύ των κρατών που έχει δημιουργηθεί μια μεταφορά εργασιών, εργοστασίων κ.α. Οπότε το πρόβλημα αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις, ένα κρίσιμο χαρακτήρα: Πως μπορεί να υπάρχει μια ισόρροπη οικονομική δομή στο εσωτερικό κάθε κράτους, και πως θα οργανωθεί ορθολογικά όλο το σύστημα της παγκόσμιας παραγωγής και ανταλλαγής; Αν δεν λυθεί αυτό το δίδυμο πρόβλημα με ριζικό τρόπο, τότε θα συνεχίσουν οι πόλεμοι, οι συρράξεις, οι αντιπαραθέσεις και οι εξαρτώμενες τάξεις θα παραμένουν πάντοτε καθηλωμένες, υπόδουλες, σκλάβες. Και το πρόβλημα δυσκολεύει κατά πολύ με την επιβολή ακραίων νεοφιλελεύθερων και ταξηφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, όπως γίνεται σήμερα στην Αργεντινή .

Πάντοτε το κίνημα μετά τον Μάη υποστήριζε την αλληλεγγύη των λαών, τις οργανώσεις κ.τ.λ. χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Τα μεγάλα παγκόσμια κινήματα που εμφανίστηκαν από το 1995 με την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης: Σιατλ, Π. Αλέγκρε, Κίνημα ενάντια στο Ευρωσύνταγμα, Γένοβα, Αγανακτισμένοι  κ.α. δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν ένα οργανικό κίνημα Αντίστασης, άρνησης, ανυπακοής στο εσωτερικό των κρατών. Σίγουρα έρχονται νέα κινήματα, που ίσως προσπαθήσουν να λύσουν αυτό το πρόβλημα, το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί συγκεκριμένα. Όσο σημαντική και αν είναι η κριτική ανάλυση, χωρίς τις αντίστοιχες πρακτικές λύσεις παγκόσμια δεν υπάρχει περίπτωση να ανορθωθεί το κίνημα. Και το πρόβλημα είναι επείγον, γιατί, το σύστημα έχει μπει πλέον στην περίοδο μη καλά ελεγχόμενων πλέον ανταγωνισμών.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

Κατά την Κριτική θεωρία η κοινωνική διαίρεση της εργασίας είναι η αφετηρία, η αιτία, η ρίζα όλων των κοινωνικών προβλημάτων, της αλλοτρίωσης, της πραγμοποίησης, της ορθολογικοποίησης, της κυριάρχησης και μονολεκτικά του κοινωνικού κακού, όποια μορφή και να έχει ή αν παίρνει αυτό σύμφωνα με την αντινομική εξέλιξη της ιστορίας. Η γνώση όμως αυτή, ακόμη και η επίγνωση της σημασίας του όλου θέματος, της πολυπλοκότητας του κ.λ.π. είναι απαραίτητη προϋπόθεση για όποια προσπάθεια επίλυσης του όλου προβλήματος. Δεν φτάνει όμως. Όσες σημαντικές μελέτες και αν έγιναν από τον Φουριέ και τον Μαρξ μέχρι σήμερα, όσες πτυχές και αν ανάδειξε το κίνημα ειδικά της δεκαετίας του 1970 και μετά δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μια ικανοποιητική απάντηση στο όλο πρόβλημα, ειδικά σήμερα στη φάση που βρίσκεται η παγκοσμιοποίηση. Η κίνηση της κοινωνίας είναι συνεχής, η αναδιοργάνωση της το ίδιο. Έτσι επηρεάζεται ή ακόμη και αναδιοργανώνεται διαρκώς και η κοινωνική διαίρεση της εργασίας σε σχέση με τη διαρκή ανασυγκρότηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Και το πρόβλημα είναι μέγιστο διότι αυτή η αέναη διαδικασία είναι η καινοτόμα δύναμη της ιστορίας, με τα θετικά, αλλά δυστυχώς και με τα πολύ σοβαρά αρνητικά στοιχεία της. Ήταν από την εμφάνιση της κοινωνίας (αν και δεν υπήρχαν αυτοί οι όροι) είναι και θα είναι.

Με βάση τη μέχρι τώρα συσσωρευμένη γνώση και πείρα του κινήματος12, μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι  όποια επανάσταση και αν συμβεί θα βρει αυτό το πρόβλημα μπροστά της, όπως το βρήκε η ρώσικη, αν και ο Λένιν δεν χρησιμοποιούσε αυτούς τους όρους. Ουσιαστικά επρόκειτο ακριβώς για αυτό το πρόβλημα, το οποίο πήρε άσχημη τροπή η εξέλιξη του μετά τον πολεμικό κομμουνισμό. Η λύση που προκρίθηκε τότε ήταν η ΝΕΠ, η οποία οδήγησε στην αστικοποίηση, στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Ρωσία, παλινόρθωση που οδήγησε στον Στάλιν και τον ιστορικό αυταρχισμό του, με όλες τις γνωστές συνέπειες. Τότε με τη μονοπωλιοποίηση της οικονομίας και την ιμπεριαλιστικοποίηση των αναπτυγμένων κρατών λύση του προβλήματος, παρά τα βήματα που έγιναν πριν με την Οκτωβριανή επανάσταση, δεν μπορούσε να βρεθεί σε μια μόνο χώρα, όσες ηρωικές προσπάθειες και αν έγιναν ή και αν γινόταν στο μέλλον. Για το λόγο αυτό η όλη ηρωική επανάσταση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία.

Σήμερα η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει τέτοιες αλληλοδιαπλοκές των οικονομιών διεθνώς, που η όποια λύση του προβλήματος, ακόμη και στην πιο αναπτυγμένη χώρα φαίνεται πολύ δύσκολη. Σχεδόν αδύνατη. Για το λόγο αυτό μόνο συντονισμένα και σε μεγάλη κλίμακα είναι δυνατό να δημιουργηθούν προοπτικές επιτυχίας, έστω και σχετικές του όλου εγχειρήματος. Και πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μια παγκοσμιοποιημένης εμβέλειας δράση, αν θέλουμε να δημιουργηθούν οι όποιες  προϋποθέσεις πραγματοποίησης έστω και βημάτων για την  απελευθέρωση της κοινωνίας.

Η Κριτική θεωρία με βάση τις συνεχείς, τις συστηματικές, τις ενδελεχείς έρευνες της, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τη Διαλεκτική του Λόγου13, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αλλοτρίωση σε όλες της τις μορφές, ιστορικά αρχίζοντας από τη μορφή του νόστου του Οδυσσέα, είναι απόρροια της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας.  Η ίδια αυτή κατάσταση έδωσε και μέγιστα επιτεύγματα του πολιτισμού, της φιλοσοφίας, της τέχνης. Ακόμη και η μοντέρνα τέχνη ύψιστο προϊόν της ήταν, καταγγέλλοντάς την συγχρόνως. Η διαδικασία απελευθέρωσης από την κοινωνική διαίρεση της εργασίας δεν θα είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε ολική, όποια επανάσταση και αν γίνει, όσο μεγάλη και παγκόσμιας εμβέλειας αν είναι αυτή. Μόνο με διαδοχικά βήματα συνεχείς επαναστάσεις14, θα λυθεί το όλο πρόβλημα, αν ποτέ λυθεί ολοκληρωτικά. Η κοινωνία στην αντινομική πορεία της προς την απελευθέρωση, έχει συγχρόνως καθήκον να διαφυλάξει κάποιες δυνατότητες κρίσιμης σημασίας για την αυτόνομη επιστημονική και καλλιτεχνική έρευνα. Είναι εξαιρετικά δύσκολη η όποια επίλυση του προβλήματος χωρίς τη διατήρηση αυτή, η οποία μπορεί να παίξει και το διαρκή φάρο  πρωτοπόρου  προσανατολισμού και ανίχνευσης διεξόδων, μέχρι την πλήρη απελευθέρωση.

 

ΑΠΟ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Στην παρούσα κατάσταση γενικότερης απο-ιδεολογικοποίησης2* παγκόσμια, εξαθλίωσης, καταναγκαστικής μετανάστευσης εκατομμυρίων ανθρώπων όχι μόνο λόγω των διαφόρων πολέμων, να μιλάει κάποιος για αναγκαία κατάργηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας μοιάζει με πολυτέλεια. Και ενώ η μήτρα όλου του μέγιστου πλέον, του ακρότατου κοινωνικού προβλήματος παγκόσμια είναι η κοινωνική διαίρεση της εργασίας, ειδικά στις προχωρημένες και θεσμοθετημένες μορφές της από την ιμπεριαλιστική – βλέπε την πολεμική – οικονομία, αν και καμουφλαρισμένα είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή ευρύτερα η διαπίστωση αυτή. Παρόλα αυτά είναι απόλυτα αναγκαία η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι χωρίς την επίλυση αυτού του προβλήματος, έστω και μερικά, θα είναι δύσκολη η βελτίωση της ζωής των εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν απορριφθεί, ενώ άλλοι θα απορριφθούν στο μέλλον. Αυτό θα είναι το πρώτο βήμα μέσω μορφών ένταξης ή ενσωμάτωσης των περιθωριοποιημένων και συγχρόνως αναδιανομής των υπερκερδών των ολιγοπωλίων. Αλλά δεν θα πρέπει να περιοριστούμε σε αυτό. Μέσα από την συνειδητοποίηση, τη γνώση, τη συνεχή μελέτη των σύγχρονων όλο και πιο πολύπλοκων μορφών της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας που εφευρίσκει και επιβάλλει παγκόσμια ο καπιταλισμός, είναι απόλυτα αναγκαία μια πολιτική συνεχούς αναδιάρθρωσης της παγκόσμιας οικονομίας, ελέγχου των διαφόρων διαδικασιών, ανάπτυξης ενός ευρύτατου πλέγματος  παγκόσμιων συνεργασιών, αλληλεγγύης, εργατικού ελέγχου  κ.τ.λ., έτσι ώστε να τιθασευτεί το τέρας της παγκοσμιοποίησης, να αλλάξει περιεχόμενο, ακόμη και κατεύθυνση. Και αυτό δεν μπορεί να συμβεί με συνέχιση της κυριαρχίας νεοφιλελεύθερων και ταξηφιλελεύθερων πολιτικών, διατήρηση ανέπαφης της αυταρχικής-ολοκληρωτικής δομής της εξουσίας, Αντίθετα μάλιστα. Το κίνημα των Κίτρινων γιλέκων έδειξε ότι το σύστημα μπορεί να υποχωρήσει, αλλά το κίνημα δεν θα πρέπει να σταματήσει να διεκδικεί και να παλεύει. Αντίθετα μάλιστα: τη μικρή ρωγμή που μπορεί ν’ανοίξει, όπως θα έλεγε και ο Μαρκούζε, πρέπει να τη διευρύνει συνέχεια. Το ένα κίνημα να διαδέχεται το άλλο. Να δημιουργηθεί το μεγάλο συνειδητοποιημένο κίνημα παγκόσμιας αλλαγής, ανατροπής, πράξης, ξεπεράσματος, με στόχο τη δημιουργία της εναλλακτικής και απελευθερωμένης κοινωνίας από την κυριάρχηση. Της κοινωνίας της ελεύθερης αυτο-οργανωμένης εργασίας με αποδοχή και εναλλαγή καθηκόντων, με ανάληψη ευθυνών, με ελάττωση, αν όχι κατάργηση της διαίρεσης της εργασίας μεταξύ πνευματικής και χειρονακτικής κ.α.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

Ο Λ. Γκολντμάν, άριστος γνώστης των έργων του νεαρού Λούκατς και της Κριτικής θεωρίας, πρωτοπόρος  κοινωνικός και πολιτικός αγωνιστής στη χώρα του (τη Ρουμανία) και μετά στο Παρίσι, μεταξύ των πολλών άλλων πρωτοπόρων ερευνών του στο Παρίσι μεταπολεμικά, διερευνεί και το ύψιστης σημασίας θέμα της γραφειοκρατίας-γραφειοκρατικοποίησης της ΕΣΣΔ. Ουσιαστικά δηλαδή εισηγήθηκε μια κριτική κοινωνιολογία της γραφειοκρατίας-γραφειοκρατικοποίησης, κατά πολύ πιο πρωτοπόρα  συγχρόνως από άλλες. (π.χ. αυτή, αρκετά επιφανειακή του Καστοριάδη, ήταν καλυμμένη πίσω από έναν ιδιόμορφο αντικομουνισμό, ήδη από τη δεκαετία του 1950).

Η γραφειοκρατία έχει ισχυρές ιστορικές ρίζες, και ουσιαστικά ανάγει την προέλευσή της στην αυτονόμηση της πολιτικής, της οικονομικής και θρησκευτικής ελίτ-εξουσίας. Συγχρόνως από ότι φαίνεται, και σε αντίθεση με αυτά που νομίζουν κατά καιρούς οι διάφοροι ελιτολόγοι, ελίτ χωρίς εξουσία δεν υπάρχει. Ούτε έχει νόημα η όποια θεωρητικοποίηση της ελίτ αποκομμένα, θεωρητικοποιώντας την ως τέτοια. Όπως όλες οι εξουσιαστικές δομές είναι και αυτή ένα σύνθετο προϊόν της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, που σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και σε διαφορετικές κοινωνίες αποκτά και διαφορετικές μορφές. Και όσο υπάρχουν εξουσιαστικές – και σήμερα βέβαια καπιταλιστικές – κοινωνίες θα υπάρχουν μορφές γραφειοκρατικοποίησης, διαφορετικές κατά περίπτωση, αλλά πάντοτε γραφειοκρατίας.

Το πρόβλημα είναι πως το παρασιτικό – εξουσιαστικό αυτό σώμα θα εξαλειφθεί επαναστατικά από τη συνειδητοποιημένη κοινωνία, καθόσον επιπλέον αντιπροσωπεύει και συγκεκριμενοποιεί μια ειδική μορφή αλλοτρίωσης, ιδιαίτερα αποκρουστική και σήμερα θα λέγαμε και τοξική.

Όταν έγινε η επανάσταση στη Ρωσία το 1917 μέσα σε όλα τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει, και πριν από όλα στην στοιχειώδη οργάνωση της παραγωγής και διοίκηση με βάση την αρχή, όλη η εξουσία στο σοβιέτ, δηλαδή με επίκεντρο τη νέα μορφή επαναστατικής εξουσίας, άρχισε σιγά-σιγά να ξεπροβάλει η παλιά γραφειοκρατία (διοικητική, στρατιωτική, θρησκευτική κ.α.), να διεκδικεί και να υπερασπίζει τα προνόμιά της. Και επειδή η γραφειοκρατία δεν είναι τάξη, άρχισε να συνεργάζεται με τους μπολσεβίκους, και στη συνέχεια να συνενώνεται με τη νέα εξουσία, και πριν όπως όλα με τη νέα, την επαναστατική  υποτίθεται, γραφειοκρατία που δημιουργήθηκε από τη νέα τάξη πραγμάτων, μόλις ηρέμησαν λίγο τα πράγματα. Έτσι αναδείχθηκε ακέραιο το πρόβλημα της διοίκησης του νέου αδύναμου και περικυκλωμένου επαναστατικού καθεστώτος. Διοίκηση δε σημαίνει πάντοτε γραφειοκρατία, κάποιες μορφές γραφειοκρατίας. Δηλαδή μορφή μη παραγωγικής εργασίας, και μάλιστα αυτονομημένη από την παραγωγή, την οποία επιπλέον ελέγχει και κατευθύνει σύμφωνα με τα συμφέροντα της (φαινόμενο Θερμιδώρ, σύμφωνα με τον Τρότσκι, ο οποίος ήταν βαθύς μελετητής της Μεγάλης γαλλικής επανάστασης, στη συνέχεια της οποίας πρωτοεμφανίστηκε αυτό το φαινόμενο). Το πρόβλημα είναι ότι η νέα γραφειοκρατία-συνένωση της παλιάς και της επαναστατικής – ξέφυγε από κάθε έλεγχο και έγινε η νέα εξουσία υπό τον Στάλιν  στην ΕΣΣΔ. Δηλαδή μετατράπηκε σε μια νέα τάξη3*, λιγότερο ή περισσότερο κοινωνική, ελάχιστη σημασία έχει. Επίσης η διατυπωμένη ρητά θέση του Λένιν, σύμφωνα με τα μέχρι τότε ιστορικά μαρξιστικά και κινηματικά-επαναστατικά προτάγματα να μπορεί ακόμη και η κάθε μαγείρισσα να γίνεται ηγέτης, δηλαδή ο κάθε ένας και κάθε μια να μπορούν να αναλάβουν σοβαρές θέσεις ευθύνης στην ιεραρχία, όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αλλά αντίθετα:  στη θέση της νέας επαναστατικής τάξης πραγμάτων, όταν υποχώρησε ο επαναστατικός παλμός μπροστά και στις ανυπέρβλητες δυσκολίες που προκάλεσαν οι ιμπεριαλιστές, εγκαθιδρύθηκε και εγκαταστάθηκε η πιο αδίστακτη μέχρι την εμφάνιση του ναζισμού γραφειοκρατία-εξουσία.

Το ιστορικό κίνημα απελευθέρωσης της εργασίας, που είχε ξεκινήσει στη Ρωσία με τον Πλεχάνωφ, το ιστορικό ακόμη κίνημα απελευθέρωσης της γυναίκας, που είχε ιδρυθεί από τον Κλ. Τσέκιν και την Α. Κολοντάϊ, το ιστορικό ακόμη κίνημα καλλιτεχνικής και πολιτισμικής απελευθέρωσης, που είχε εμφανιστεί ορμητικά στο προσκήνιο από τη στρατευμένη ρωσική πρωτοπορία, που θα έθετε σε ριζική αμφισβήτηση, αν όχι ολική, ως προς μερικές κύριες εκφάνσεις της την κοινωνική διαίρεση της εργασίας, συντρίφτηκαν από τον Στάλιν. Έτσι τέθηκε ένα άδοξο και τραγικό τέλος σε μια  νέα και ιστορική προσπάθεια κοινωνικής απελευθέρωσης, που με βάση την πείρα των προηγούμενων κοινωνικών επαναστάσεων (κυρίως της Γαλλίας από το 1789 και μετά) άρχισε να λύνει στην πράξη το εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας. Από αυτή την περίοδο μας έμειναν τα κινήματα του ΛΕΦ, το έργο των μεγάλων ρώσων καλλιτεχνών, τα κείμενα της Κολοντάϊ και του Λένιν λίγο πριν πεθάνει (Διαθήκη15), όπου διατυπώνει τον φόβο ότι πλέον το παιχνίδι χάθηκε. Ο Στάλιν ήταν πλέον ανεξέλεγκτος, με όλα τα γνωστά αποτελέσματα.

Η πολύ συγκροτημένη ανάλυση του Λ. Γκολντμάν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα της γραφειοκρατίας είναι πολύ σημαντικότερο από όσο φαινόταν. Είχε υποτιμηθεί από τους μαρξιστές θεωρητικούς, και ουσιαστικά η επανάσταση μετά τον Οκτώβρη του 1917 ήταν απροετοίμαστη να το αντιμετωπίσει. Επιπλέον στη Δύση η γραφειοκρατία πήρε άλλη μορφή, κατά πολύ πιο συγκροτημένη, με τη βοήθεια πάντοτε το απαραίτητου τεχνογραφειοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος. Από την άλλη, όπως έχει αναλυθεί λεπτομερώς από τον Γκαλμπρέηθ, εμφανίστηκε και μια νέα οντότητα, η τεχνοδομή, η οποία διοικεί την παραγωγή, και σε συνεργασία με την γραφειοκρατία διοικεί το σύστημα ολόκληρο. Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη τεχνογραφειοκρατία, η τεχνοστρακτούρα, σύμφωνα με την περίφημη λέξη του Γκαλμπρεηθ. Αυτή, ανεξάρτητα από πιο κόμμα είναι στην εξουσία, αλλά και σε στενή συνεργασία με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, διοικεί τον παγκοσμιοποιημένο πλέον καπιταλισμό με μόνο σκοπό την διαρκή και απρόσκοπτη αύξηση υπερκέρδους.

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ επί Γκορμπατσόφ προκάλεσε μια σοβαρή αφύπνιση του ρώσικου επαναστατικού αντιγραφειοκρατικού κινήματος. Μια βασική θέση που διαμορφώθηκε τότε16 ήταν ότι λόγο της ήδη πολύ σημαντικής αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, είναι δυνατή η αναδιοργάνωση σε νέες δημοκρατικές βάσεις η όλη παραγωγή και διοίκηση, ακόμη και η διακυβέρνηση της κοινωνίας. Το πρόβλημα της αναγκαίας διαρκούς βελτίωσης της παραγωγικότητας της εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη  και τις ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος, μπορεί να τεθεί σε νέες ορθολογικές βάσεις, και κυρίως να ελεγχθεί, διότι η αχαλίνωτη ανάπτυξή της θα οδηγούσε τον πλανήτη στη βέβαιη καταστροφή. Όμως αυτό το εξαιρετικά σημαντικό κίνημα σταμάτησε γρήγορα, με την καπιταλιστική παλινόρθωση του άγριου καπιταλισμού στη Ρωσία.

Ορθολογικοποίηση της παραγωγής, δημιουργική διαχείριση, έλεγχος της βάσης, συνειδητοποίηση του όλου προβλήματος σε παγκόσμια κλίμακα από την πρωτοπορία, αλλά και πριμοδότηση πρακτικών άμεσης λύσης του, έστω και σχετικής, είναι το συμπέρασμα-πρόταγμα της Κριτικής θεωρίας από τη μεγάλη και τραγική περιπέτεια της άγριας ανατολικής όσο και της «ειρηνικής» - δυτικής γραφειοκρατίας. Τα νεώτερα κινήματα βγήκαν από τον Μάη – οδήγησε σε μορφές εργατικού ελέγχου, συνεταιριστικές οικονομικές μορφές, σε μορφές αλληλέγγυας οικονομίας, οικονομικής προσφοράς («Εστιατόρια καρδιάς», κ.α). Με την χρήση και της νέας τεχνολογίας είναι σίγουρο ότι θα δημιουργηθούν και άλλες. Όμως δεν αλλάζει ριζικά η όλη αποτρόπαια κατάσταση με τους  όλο και πιο αδίστακτους και ανεξέλεγκτους ολιγάρχες και τους όλο και περισσότερους εξαθλιωμένους.  Αν θέλουμε να παραμείνουμε μέσα στο πνεύμα της ριζοσπαστικής αρνητικής διαλεκτικής, της ριζοσπαστικής Νέας ανθρωπολογίας υπάρχει απόλυτη ανάγκη για μια νέα Μεγάλη άρνηση, σύμφωνα με το πνεύμα του Μαρκούζε, επικαιροποιημένη και συγκεκριμένη άμεσα, που θα επιδιώξει αποτελέσματα άμεσα.

Νέα μεγάλη άρνηση από το ελάχιστο μέχρι το μέγιστο. Τοπικά και σφαιρικά: Ολικά και παγκόσμια.

 

ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Το ξεπέρασμα, την κατάργηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, την πραγματοποίηση δηλαδή της βασικής προϋπόθεσης της απελευθέρωσης του ανθρώπου πάντα κατά τον Μαρξ, και σύμφωνα με την Κριτική θεωρία στη συνέχεια του, δεν έθεσε ως άμεσο στόχο καμία κοινωνική επανάσταση του 19ου  και των αρχών του ΧΧου αι. Μόνο έμμεσα έθεσε το θέμα ο Λένιν, μέσω της κριτικής του της γραφειοκρατικοποίησης, ενώ είχε δει μόνο τη θετική πλευρά του τεϋλορισμού και του φορντισμού, δηλαδή την κάθετη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας που επέφερε. Ο Λένιν δεν εγνώριζε την προβληματική του Μαρξ για την αλλοτρίωση, ούτε για την πραγμοποίηση, οπότε του ήταν δύσκολο να συλλάβει ότι πλέον ο τεϋλορισμός και ο φορντισμός κάνουν σύστημα την υπέρτατη αλλοτρίωση και πραγμοποίηση όχι μόνο της εργατικής τάξης, αλλά της κοινωνίας ολόκληρης, όπως το επισήμανε πρώτος ο νεαρός Λούκατς, στα ιστορικά κείμενά του που εξέδωσε με τον τίτλο Ιστορία και ταξική συνείδηση17, που θα διαμόρφωνε στη συνέχεια την Κριτική θεωρία, διευρύνοντας, προχωρώντας και εκσυγχρονίζοντας πλέον σε σχέση με την κλασική μαρξική θεωρητικοποίηση την όλη προβληματική της.

Ο Γκράμσι είδε και αυτός κριτικά τον τεϋλορισμό και τον φορντισμό, αλλά δεν έφθασε στη ριζοσπαστική σύλληψη του Λούκατς περί ολικής άρνησης πλέον του νέου τεϋλορικά και φορντικά αλλοτριωμένου και πραγμοποιημένου, χωρίς ψυχή, χωρίς καμία γνησιότητα και αυθεντικότητα, καταστραμμένου πλέον ολικά σύγχρονου κόσμου. Μέσω των Συμβουλίων των μεγάλων εργοστασίων της Β. Ιταλίας, που είχαν επαναστατήσει επί μια διετία ο Γκράμσι προσπάθησε να συγκροτήσει ένα είδος πρωτότυπου, όσο και πρωτοπόρου συμβουλιακού σοσιαλισμού, ο οποίος  στο βαθμό που θα απέφευγε την γραφειοκρατία-γραφειοκρατικοποίηση, θα βελτίωνε τη θέση των εξαρτωμένων τάξεων γενικότερα σε σχέση με την  κοινωνική διαίρεση της εργασίας, αλλά έμμεσα, όχι άμεσα.

Τα άμεσα πολιτικά καθήκοντα της επανάστασης ακόμη και στην Ουγγαρία λίγο αργότερα, που έγινε μάλιστα υπουργός Παιδείας και κουλτούρας ο Λούκατς στην επαναστατική κυβέρνηση του Μπ. Κούν, δεν της επέτρεψαν όσο κράτησε να αντιμετωπίσει αυτό το κρίσιμης σημασίας θέμα. Έτσι η συσσωρευμένη επαναστατική εμπειρία, θεωρητικοποιημένη από την Κριτική θεωρία στη συνέχεια (από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και μετά) σε  συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση των τραγικών επιπτώσεων της κυριαρχίας της σταλινικής γραφειοκρατίας που έκανε σύστημα ένα πρωτόγνωρο παραγωγισμό χωρίς δυνατότητα αυτο-εξέλιξης και του δυτικού μονοπωλιακού-τεχνογραφειοκρατικού, με βάση τις αρχές του τεϋλορισμού και του φορντισμού, τις οποίες όμως συνέχεια τροποποιούσε, ανασυγκροτούσε κ.τ.λ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο με μια ριζική αντιμετώπιση-λύση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, πηγή, μήτρα όλων αυτών των δεινών, αλλά και όλων των άλλων κοινωνικών και ανθρώπινων, ακόμη και των πολέμων που γνώρισε ο διεθνοποιημένος κόσμος πλέον, θα μπορέσει να λυθεί το πρόβλημα τα ανθρώπινης απελευθέρωσης. Η Κριτική θεωρία δεν έκανε καμία ιδιαίτερη, πιο λεπτομερή ανάλυση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, αλλά διατύπωσε το θέμα από την οπτική της ολότητας, και βέβαια θεωρημένο στη ρίζα του. Έτσι μας άφησε μια ιστορική θεωρητική παρακαταθήκη – αναφορά για τις επερχόμενες κινητοποιήσεις, προσεγγίσεις και γενικότερα τις κοινωνικές πρακτικές, όπως θα έλεγε και ο Λεφέβρ.

Όταν ξέσπασε το κίνημα της διεθνούς αμφισβήτησης από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ο Μαρκούζε τροποποίησε την αρνητική διαλεκτική προς μια θετική-πρακτική-απελευθερωτική κατεύθυνση, το θέμα της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας δεν τέθηκε ούτε άμεσα, ούτε μετωπικά, και ακόμη λιγότερο ολικά. Μόνο μετά το Μάη του ’68 με τις ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις των εκατομμυρίων ανειδίκευτων εργατών στην Ευρώπη, με τις άγριες απεργίες και καταλήψεις, και με φάρο το αυτοδιαχειριστικό πείραμα της LIP και του κινήματος της εργατικής αυτοδιαχείρισης της Γιουγκοσλαβίας συνειδητοποιήθηκε η κρισιμότητα του όλου θέματος. Υπό την  επήρεια δε και της κοινωνιολογίας της εργασίας που τότε αναπτύχθηκε, θεωρητικοποιήθηκε κριτικά υπ’ αυτή την οπτική και το πολύ σημαντικό νέο κινηματικό-εμπειρικό υλικό. Όμως κάπου χάθηκε η οπτική της ολότητας, το κίνημα κουράστηκε και σιγά-σιγά υποχώρησε. Από την άλλη, έχασε και τη λάμψη του το επαναστατικό-ανθρωπιστικό πρόταγμα με τον Τσε Γκεβάρα, ο οποίος έχοντας γνώση της καθοριστικής σημασίας της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας και της αλλοτρίωσης της εργασίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο ο σοσιαλισμός με βάση τις αρχές της κοινοκτημοσύνης, της αλληλεγγύης, του αλτρουϊσμού και του ανθρωπισμού θα μπορέσει και επιβάλλεται να λύσει αυτό το καθοριστικής σημασίας θέμα. Όμως στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν με τον νεοφιλελευθερισμό, τον ταξηφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση ριζικά. Η κοινωνική διαίρεση της εργασίας έγινε παγκόσμιας έκτασης ορθολογικό και καταστροφικό σύστημα, από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει καμία τάξη, καμία χώρα, καμία κοινωνική ομάδα, καμία εταιρεία. Ανασυγκρότηση του συστήματος σε όσο και πιο ορθολογικές βάσεις μπορεί να γίνει, αλλά και πάλι δεν λύνει το πρόβλημα. Όμως το πρόβλημα πρέπει να λυθεί σύμφωνα με τις αρχές του Τσε, παγκόσμια με μια παγκόσμια επανάσταση. Η αλληλοσύνδεση των οικονομιών είναι τέτοια που μια μικρή αναταραχή ακόμη σε  μια μικρή χώρα μπορεί να μεταδώσει τον επαναστατικό ιό παγκόσμια.

Η εποχή της παγκόσμιας καθορισμένης άρνησης18 έχει αρχίσει. Ζούμε την εποχή ξεπερασμάτων, όπως έλεγε ο Λεφέβρ19. Μπορεί να φθάσουμε και στο ξεπέρασμα  της παγκόσμιας κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, όσο ουτοπικό και αν φαίνεται σήμερα. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν εργαστεί παθιασμένα  οι αισθητοκαλλιτεχνικές πρωτοπορίες από τα 1850 και εδώ, και  οι οποίες μάλιστα ήταν εκφραστές και φορείς της συνένωσης στην πράξη της πρωτοπόρας μοντέρνας τέχνης και της επαναστατημένης ζωής  αποφασιστικά και οι Καταστασιακοί20. Καιρός  είναι να μελετήσουμε συστηματικά όλη αυτή την ιστορική συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία, προς την κατεύθυνση της επικαιροποίησης του σύγχρονου προτάγματος της απελευθέρωσης γενικά και πρωταρχικά από την κοινωνική διαίρεση της εργασίας.

 

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Η Κριτική θεωρία του Λόγου είναι μια μέγιστη εισφορά της Σχολής της Φρανκφούρτης, όσο και προβληματική. Και αυτό γιατί ο ίδιος ο Λόγος μετατράπηκε σε προβληματικό από το σύστημα.  Ένα ολικά προβληματικό όμως σύστημα θα μπορούσε να έκανε διαφορετικά;

Θεωρητικοποίηση ή  θεματοποίηση του Λόγου μέχρι τη Dialectique de la raison21 των Χορκχάϊμερ-Αντόρνο, με  συστηματικό χαρακτήρα, δεν είχε υπάρξει. Η ιστορική αυτή θεωρητικοποίηση όμως δεν έλυσε τα προβλήματα. Αντίθετα μάλιστα. Ανέδειξε βέβαια σε καθοριστική την κριτική του Λόγου, ενός Λόγου που είχε γίνει ήδη και αυτός προβληματικός, χωρίς να έχει γίνει ευρύτερα συνείδηση. Ο Λόγος όμως αποκομμένος από την ιστορική διαλεκτική δεν έχει και μεγάλη αξία, ίσως και την όποια υπόσταση. Ο Λόγος δεν αυτονομείται απόλυτα, ούτε μπορεί να κριτικαριστεί καθαυτός, διότι, όπως θα έλεγε και ο Γκολντμάν, απλούστατα δεν υπάρχει τέτοιος, δηλαδή ολικά αυτόνομος – αυτονομημένος. Ο Λόγος δεν είναι η ρίζα του προβλήματος, όπως στην ακραία κριτική τους που έφθασαν να υποστηρίξουν οι Χορκχάϊμερ και Αντόρνο μετά την απίστευτη καταστροφή του Βου παγκοσμίου πολέμου. Η ρίζα του προβλήματος είναι η κοινωνική διαίρεση της εργασίας, που στο ύστερο καπιταλισμό αποκτά όλο και πιο προχωρημένη και συγχρόνως ραφιναρισμένης μορφής, ενώ προχωρεί συνεχώς η εξέλιξή της και μάλιστα  αποκτά συγχρόνως όλο και βάρβαρες μορφές. Η εξέλιξη της επιστήμης, της τεχνολογίας, του πνεύματος γενικότερα στην υπηρεσία του διαρκούς προχωρήματος της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, της  απόκτησης όλο και πιο αποτρόπαιων μορφών: Αυτό ήταν και είναι το πρόβλημα. Όλα τα άλλα είναι παραφθορές διαφόρων ουσιαστικά ιδεολογιών ή ιδεολογικών μορφών, τις οποίες αντιμετώπισε ολικά κριτικά ο νεαρός Μαρξ.  Και το πώς θα λυθεί το μέγιστο πρόβλημα της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό ανθρωποκεντρικά, είναι το μέγα ζητούμενο, και μάλιστα με βάση την ιστορική ριζική κριτική του Λόγου, των Χορκχάϊμερ-Αντόρνο,   η οποία χρειάζεται να διαλεκτικοποιηθεί υπό το φως και των νεώτερων δεδομένων, τη νεώτερη πείρα του κινήματος κ.τ.λ.

 

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ – ΕΡΓΑΣΙΑ. ΑΛΛΟΤΡΙΩΜΕΝΗ-ΕΡΓΑΣΙΑ.

Η Κριτική θεωρία είναι η μόνη φιλοσοφική-θεωρητική Σχολή που σκέπτεται συστηματικά και από την αρχή της συγκρότησής της με όρους αλλοτρίωσης ή πραγμοποίησης, που δεν είναι ακριβώς ίδια.

Με άλλα λόγια, η Κριτική θεωρία μετάφερε και ανέβασε το όλο θέμα σε νέες βάσεις πνευματικής, διανοητικής, θεωρητικής, ιδεολογικής μορφής. Ή, και κυρίως ιδεολογικής κριτικής. Επιπλέον, όπως έχουμε αναλύσει και εκθέσει στο κείμενό μας, Ιδεολογική κριτική και αισθητική22, στη συνέχεια της ιστορικής κριτικής θεωρίας είναι δυνατός ένας συγκερασμός των δύο αυτών προβληματικών, δημιουργώντας μια νέα σύνθετη έννοια, την έννοια της αλλοτρίωσης-πραγμοποίησης, λαμβάνοντας υπόψη τις νεώτερες εξελίξεις του καπιταλισμού, ο οποίος τείνει να συγκεράσει, ακόμη και να συνενώσει καταστάσεις, δομές, έννοιες, στην εναγώνια διαρκή και αδίστακτη αναζήτηση του όλο και μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους. Με άλλα λόγια, και ειδικότερα από τη δεκαετία ειδικότερα του 1990, όταν άρχισε την επέλασή της η παγκοσμιοποίηση, ο καπιταλισμός, το σύστημα γενικότερα αποκτούσε διαρκώς όλο  και πιο σύνθετες δομές, συγχρόνως με την αντίστοιχη διαδικασία ομογενοποίησης και ομοιογενοποίησης των δομών του, αλλά και των ψυχοπνευματικών καταστάσεων που δημιουργούσε ανεξέλεγκτα, χωρίς αντιστάσεις, χωρίς έλεγχο, χωρίς έλεος. Οι νέες υβριδικές ψυχοπνευματικές καταστάσεις που δημιουργούσε κι επέβαλε παντού, παγκόσμια, είναι πλέον δύσκολο να διακρίνει κανείς αν είναι περισσότερο η κυρίως αλλοτριωτικές ή πραγμοποιητικές και σε πιο βαθμό. Είναι όμως σίγουρα αλλοτριωτικές και πραγμοποιητικές συγχρόνως. Έτσι επιβάλλεται η εισαγωγή μιας σύνθετης έννοιας για ν’αποδώσουμε την νέα άκρως αρνητική αυτή κατάσταση της σύγχρονης ανθρώπινης συνθήκης.

Όταν συντάσσαμε το Ιδεολογική κριτική και αισθητική23 (1985-86) η διαδικασία αυτή ήταν ακόμη στην αρχική της φάση, και ούτε μιλούσαμε ακόμη για παγκοσμιοποίηση. Όμως η τάση προς την πολυπλοκοποίηση και την συνθετοποίηση του συστήματος είχε αρχίσει με τη δημιουργία των δια-διεθνικών οικονομικών γκρουπ24. Από την άλλη, έπρεπε να γίνει μια υπέρβαση, θεωρητική και νοηματική (conceptuelle), η οποία θα ανταποκρινόνταν στις νέες θεωρητικές ανάγκες κατανόησης και ερμηνείας της νέας πρωτόγνωρης κατάστασης, όπως αυτή διαμορφωνόνταν, προκειμένου να μπορέσουμε να την αλλάξουμε, σύμφωνα πάντα με την 11η θέση για τον Φόϋερμπαχ, του Μαρξ, που έχει καθολική και παντοτινή ισχύ. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη λύση: Να χρησιμοποιούμε αδιάκριτα τις έννοιες αλλοτρίωσης και πραγμοποίησης, δεδομένου ότι τα όρια της μιας και της άλλης έχουν γίνει αρκετά ασαφή ή και απροσδιόριστα. Και αυτό γιατί στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό η αλλοτρίωση και η πραγμοποίηση ως καταστάσεις έχουν γίνει το ίδιο απόλυτες, ολικές, κυριαρχικές. Οπότε δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία η χρήση της μιας ή της άλλης έννοιας, και ειδικά παραμένοντας προσκολλημένοι στις διαφορές των ιστορικών αναλύσεων του νεαρού Μαρξ, του ώριμου, του γέρου Μαρξ, του νεαρού Λούκατς, της Σχολής της Φρανκφούρτης και γενικότερα των νεοανθρωπιστών-μαρξιστών φιλόσοφων: Γκολντμάν, Λεφέβρ, Γκορζ, Σαφ, Γκαμπέλ, Ναβίλ, Κόζικ, Μεσσάρος, Χομπσμπάουμ  κ.α. καθόσον οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. (Η θέση αυτή δεν συνεπάγεται ότι δεν θα πρέπει να στηριχθούμε στις ιστορικές αυτές αναλύσεις. Αντίθετα μάλιστα.).

Η παγκοσμιοποίηση, και στη συνέχεια η μεταπαγκοσμιοποίηση και η αποπαγκοσμιοποίηση απέχουν κατά πολύ από την περίοδο του μετασχηματισμού, του περάσματος του καπιταλισμού από το εργαστήριο στο εργοστάσιο (στην φάμπρικα) από τις αρχές μέχρι τα μέσα του 19ου αι., που έδωσε το υλικό, τη βάση στον νεαρό Μαρξ να συλλάβει την ιστορική θεωρία του της αλλοτρίωσης, στη συνέχεια του Χέγκελ και των αριστερών Χεγκελιανών, ως το κύριο ερμηνευτικό σχήμα για την συνειδητοποίηση της αναγκαίας και επιβαλλόμενης  επαναστατική αλλαγής του καπιταλισμού δια της πράξης.

Έκτοτε βέβαια πολλά άλλαξαν στην σκέψη του Μαρξ, η οποία εμπλουτίστηκε, διευρύνθηκε συστηματοποιήθηκε, αλλά ο βασικός κριτικός πυρήνας της των Χειρογράφων του 1842-425 διατήρησε την αυτοτέλεια και την αυτονομία του, χωρίς ούτε ο ίδιος ο Μαρξ να έχει συνειδητοποιήσει τη μεγάλη επιστημολογική και μεθοδολογική ανατροπή και συνάμα καινοτομία που εισήγαγε στη σκέψη και γενικότερα στην Κριτική θεωρία. Επειδή το θέμα έχει ευρύτερες διαστάσεις, που είναι δύσκολο να αποδοθούν εδώ με λίγες γραμμές χωρίς να ξεφύγουμε από το καθοδηγητικό νήμα της σκέψης μας, εξάλλου η βιβλιογραφία είναι τεράστια, αυτό που έχει σημασία είναι ότι από το 1930 και εδώ με τη συγκρότησή της η Σχολής της Φρανκφούρτης επαναφέρει και ανασυγκροτεί  την όλη κριτική θεωρητικοποίηση μόνο με όρους αλλοτρίωσης, όπως ο νεαρός Μαρξ, και κρατά αυτή τη θέση-θεωρητικοποίηση σε όλο το έργο της μέχρι τέλους. Η θεωρία της πραγμοποίησης, νεολουκατσικής προέλευσης, εμπλουτίζει τη διεύρυνση αυτής την προβληματικής, αλλά δεν την αλλάζει δομικά: Αλλοτρίωση: Άρνηση. Κίνημα: θέση. Επανάσταση: σύνθεση, ξεπέρασμα. Αυτή  η Χεγκελομαρξιστική σύλληψη, του  νεαρού Μαρξ με βάση τη Λογική26 του ώριμου Χέγκελ, που συνέθεσε δύο ιστορικές κατακτήσεις του πνεύματος. Λογική-φιλοσοφική του Χέγκελ και τη μεταφορά της στην κοινωνία στη διαδικασία αντικειμενικού, οικονομικού μετασχηματισμού προς μια οικονομική μορφή: καπιταλισμός του εργοστασίου, που με τη μεσολάβηση της πράξης μπορεί να φθάσει στην επανάσταση, είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση του ανθρώπινου πνεύματος. Κατάργηση της αλλοτρίωσης του καπιταλισμού, σημαίνει κατάργηση του ίδιου του καπιταλισμού, καθόσον η ίδια η φύση, η υπόστασή του είναι ολικά, απόλυτα αλλοτριωτική.  Ο κόσμος βιώνει μια διαρκή αλλοτριωτική κατάσταση, από την οποία πρέπει ν’απαλλαγεί. Ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιήσει αυτή την υποβιβαστική κατάσταση που την δημιουργεί ο καπιταλισμός  και ν’απελευθερωθεί ολικά από αυτήν, δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικό σύστημα, απαλλαγμένο από την αλλοτρίωση. Αυτή  είναι η διαρκής πεμπτουσία της Κριτικής θεωρίας, στη συνέχεια του νεαρού Μαρξ.

Αυτό το σχήμα ισχύει και σήμερα, προεκτείνοντας και αναπροσαρμόζοντας την κριτική θεωρία στις νέες άκρως αλλοτριωτικές συνθήκες που δημιούργησε η παγκοσμιοποίηση, με τις κατά πολύ πιο αλλοτριωτικές από τις καταστάσεις που δημιούργησε και επέβαλε, οι οποίες είναι κατά πολύ χειρότερες από όλες τις προηγούμενες  ακόμη και από αυτές του ύστερου καπιταλισμού. Η ιστορική αυτή μεθοδολογική και επιστημολογική σύλληψη – κριτική θέση για τις νέες διαλυτικές συνθήκες για τη σκέψη και την ανθρώπινη γενικότερα οντότητα, για τη γενικευμένη υποβίβαση του ανθρώπου στο τίποτα, σε εξάρτημα της κυριάρχησης, κρατάει ακέραιο τον σκοπό, το τέλος ως σκοπό, που συνίσταται στη συνειδητοποίηση της αναγκαίας ριζικής αλλαγής, στο ξεπέρασμα του υπάρχοντος παγκοσμιοποιημένου συστήματος, με παγκόσμια θέση (visée), και αναζητά τη νέα έστω και μικρή ρωγμή για να γενικεύσει ακόμη και να καθολικοποιήσει την αμφισβήτηση4*.

 

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ

Για την Κριτική θεωρία έχει ιδιαίτερη, κεντρική σημασία η αριστερο-χεγκελομαρξιστική, όπως έχει αποκαλεσθεί, θέση της διαλεκτικοποίησης της αλλοτρίωσης, σε αντίθεση με διάφορες άλλες συλλήψεις και θεωρητικοποιήσεις που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια της θεωρητικοποίησης του νεαρού Μαρξ του 1842-4, ακόμη και από τον ίδιο τον Μαρξ στο όνομα μιας πραγματικής (από τον Μαρξ) ή υποτιθέμενης από τον Αλτουσέρ και άλλους επιστημονικότητας.

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να αντιπαρατεθεί – ουσιαστικά πρόκειται για ένα ψευδοπρόβλημα η επαναστατική-διαλεκτική σύλληψη-θεωρητικοποίηση του Μαρξ για την αλλοτρίωση, αυστηρά φιλοσοφικά μιλώντας απόλυτα συνεκτική, ορθολογική, ιστορική με την όποια υπαρκτή ή μη πιθανή επιστημονικότητα, που προέκυψε στη συνέχεια. Και αυτό γιατί η υπέρτατη επιστημονική συγκρότηση της σύλληψης και της θεωρητικοποίησης του νεαρού Μαρξ, αν και αρκετά πρόχειρα, γρήγορα, ακόμη και λίγο επιπόλαια διατυπωμένη, καθόσον ούτε ο ίδιος ο Μαρξ είχε πλήρη συνείδηση της ιστορικής, της καθοριστικής πλέον σύλληψής του αυτής, όπως και των 11 θέσεων για τον Φόϋερμπαχ27, τις οποίες συνέταξε  αμέσως μετά και τις εγκατέλειψε στην τύχη τους, για τα πρακτικά καθήκοντα του κινήματος που άρχισε να φουντώνει, με απόγειο την Επανάσταση του 1848, είναι πρώτιστα και κυρίως φιλοσοφική. Η φιλοσοφία ήταν εξάλλου η επιστήμη των επιστημών. Τι πιο επιστημονικό μπορούσε να κάνει ένας νεαρός επαναστάτης ουμανιστής φιλόσοφος σε διαδικασία ιστορικής- κοινωνική συνειδητοποίησης, αυτονόμησης κι αυτοκαθορισμού;

Η  θέση αυτή του Μαρξ για την αλλοτρίωση σε συνδυασμό με τη δίδυμή της εξίσου ιστορική θέση επίσης του νεαρού Μαρξ για την ανάγκη ξεπεράσματος, κατάργησης της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, προϊόν της οποίας είναι σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και ο καπιταλισμός, με τη σύμφυτή του αλλοτρίωση, είναι η πεμπτουσία, η αρχή και το τέλος της όλης επαναστατικής σύλληψης του νεαρού Μαρξ, και όσο υπάρχει καπιταλισμός θα έχει καθολική ισχύ. Πόσω μάλλον στον παγκοσμιοποιημένο σύγχρονο καπιταλισμό, με την παγκοσμιοποιημένη κοινωνική διαίρεση της εργασίας και τη σύμφυτή της επίσης παγκοσμιοποιημένη αλλοτρίωση, άπειρα πιο απάνθρωπη από το 1842-4, που αναδυόταν ο σύγχρονος καπιταλισμός.

Επιπλέον όλες οι έρευνες και οι μελέτες του Μαρξ που ακολούθησαν, όχι μόνο δεν έθεσαν σε αμφισβήτηση το διαλεκτικό αυτό επαναστατικό σχήμα, αλλά αντίθετα το ισχυροποίησαν.  Ο Μαρξ συνεχώς διεύρυνε την προβληματική του, σε συνεχή πάντοτε διέξοδο με τον Χέγκελ, και μάλιστα και με το νεαρό Χέγκελ αλλά στη συνέχεια και τον γέρο Χέγκελ πιο μετά, αποσαφηνίζοντας τη δομή του καπιταλισμού, διερευνώντας την κύρια αντίθεση ή αντίφασή του, τη διαίρεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, η οποία και αυτή είναι μια συγκεκριμενοποίηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, ιδιαίτερα καταπιεστική, εκμεταλλευτική και αλλοτριωτική, όσον εξελισσόνταν ο καπιταλισμός.  Και το όλο θέμα με τον τεϋλορισμό και τον φορντισμό, στην εποχή της μονοπωλιοποίησης του καπιταλισμού αποκτά ακραίες, ακόμη και απάνθρωπες μορφές, που ούτε ο ίδιος ο Μαρξ μπορούσε να συλλάβει, παρά το γεγονός ότι παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς και επισταμένα τις τεχνολογικές και συγχρόνως και οικονομικές (και αντίστροφα) ανασυγκροτήσεις του καπιταλισμού μέχρι που πέθανε.

Η Κριτική θεωρία στη συνέχεια, με βάση και τη θεωρητικοποίηση του νεαρού Λούκατς για την πραγμοποίηση, η οποία, ακολουθεί μεν το Χεγκελιακό σχήμα της θέσης-άρνησης-σύνθεσης στις νέες συνθήκες, αλλά συγχρόνως διευρύνει τη μαρξική προβληματική, προσθέτοντας την επίσης Χεγκελιανή έννοια της ολότητας, επαναφέρει στο επίκεντρο της όλης προβληματικής της μέχρι τέλους την μαρξική αυτή σύλληψη, ξεκαθαρίσματος τη σκέψη από μηχανιστικές, απλοϊκές, θετικιστικές, εμπειριστικές κ.α.  αντιλήψεις. Αν και διευρυμένη η σύλληψη του νεαρού Λούκατς, υπό την οπτική της ολότητας, δεν είναι ακριβώς οι ίδιες με αυτή του νεαρού Μαρξ, η οποία ήταν  ευρύτερα άγνωστη μέχρι το 1933. Ο νεαρός Λούκατς χεγκελιανοποίησε τον Μαρξ, ενωποιώντας τη σκέψη του με βάση τη θεωρία του της πραγμοποίησης της Αθλιότητας, της φιλοσοφίας28, και του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου29, και σε αντίθεση με τον τρέχοντα μαρξισμό της εποχής του, εξαιρουμένου του μαρξισμού του Γκράμσι που δεν γνώριζε επαρκώς. Ο αντίπαλος του νεαρού Λούκατς το 1920-3, που συνέταξε τα δοκίμια του που συγκρότησαν το Ιστορία και ταξική συνείδηση30, ήταν  ο επίσημος μαρξισμός της ΕΣΣΔ, ο επονομαζόμενος και DIAMAT,  από τον οποίο ήθελε πάσει θυσία ν’απεγκλωβιστεί, γιατί ουσιαστικά οδηγούσε το κίνημα στην υποταγή στην αστική ιδεολογία, ή ακόμη και στην ίδια την πλήρη αστικοποίηση της ιδεολογίας του. Δεν έχει νόημα να επαναλάβουμε τις πολεμικές που προκάλεσε αυτό το βιβλίο, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι ειδικά από όταν ανακαλύφθηκαν και τα Χειρόγραφα31 από τον Ραζιάνωφ και τον ίδιο τον Λούκατς, πρώτα ο Μαρκούζε και στη συνέχεια ο Αντόρνο, σκέπτονται με όρους αλλοτρίωσης-πραγμοποίησης, ως νεαροί Χεγκελιανοί φιλόσοφοι.

Η Κριτική θεωρία έκτοτε ανέπτυξε όλο το πολυσχιδές έργο της σε επίπεδο κοινωνιολογίας, πολιτικής θεωρίας, κοινωνιολογίας της τέχνης και της κουλτούρας αρχικά και μετά αισθητικής, με βάση αυτή τη θέση, άλλοτε δίνοντας έμφαση στην έννοια της αλλοτρίωσης και άλλοτε στην έννοια της πραγμοποίησης. Επί πλέον η Κριτική θεωρία πάντοτε υπό αυτής την οπτική της Ολότητας διεύρυνε και επέκτεινε την όλη προβληματική της, εισάγοντας και μια άλλη νέα έννοια, πρωτόγνωρη για το μαρξισμό, την έννοια της ορθολογικοποίησης βεμπεριανής, κυρίως προέλευσης, αλλά όχι μόνον. Και αυτό γιατί είχε διαπιστωθεί από τον Σορέλ και άλλους κριτικούς διανοούμενους των αρχών του ΧΧου αι. ότι πλέον η ορθολογικοποίηση είναι μια κύρια τάση του συστήματος, αρχίζοντας από τη συνεχή ορθολογικότητα της παραγωγής που εισάγει ο τεϋλορισμός και ο φορντισμός, αλλά και η γενικότερη αυτόνομη ανάπτυξη της τεχνολογίας, η οποία συνεχώς μπαίνει στην παραγωγή, εκτοξεύοντας την  παραγωγικότητα της εργασίας στα ύψη, συγχρόνως υποτάσσοντας τον εργάτη και μετατρέποντάς τον σε εξάρτημα της όλης παραγωγικής διαδικασίας. Η ορθολογικοποίηση, σύνθετο και προχωρημένο προϊόν της εξέλιξης των επιστημών και της τεχνολογίας, αντιβαίνει όμως στον Λόγο. Ο Λόγος, κατά τους Χορκχάϊμερ και Αντόρνο, γίνεται πλέον εργαλειακός, χάνοντας έτσι την αυτόνομη ύπαρξή του, ακόμη και την αυτονομία, του ως πνευματική οντότητα. Έτσι επεκτείνεται, γενικότερα, ακόμη αποκτά και νέες διαστάσεις η αλλοτρίωση, η οποία γίνεται πλέον όλο  και περισσότερο και τεχνολογική.

Η κριτική θεωρία παρακολουθεί στενά την εξέλιξη του καπιταλισμού σε μονοπωλιακό, και μετά στον καπιταλισμό της οργάνωσης, σε νεοκαπιταλιστικό, όπως έχει αποκαλεσθεί διαφορετικά, αλλά δεν κάνει το ιστορικό λάθος του Μαρξ να καταφύγει σε συνεχείς οικονομολογικές μελέτες για ν’αποδείξει το σχεδόν προφανές. Ο Μαρξ  βαλλόνταν από παντού, διώκονταν από τους πάντες. Έτσι κατάφυγε απομονωμένος στο Λονδίνο και προσπάθησε να διευρύνει τις έρευνες του συνέχεια, προκειμένου να ισχυροποιήσει το ανατρεπτικό μοντέλο του. Ακόμη κατέφυγε στην εθνολογία, στα μαθηματικά κ.τ.λ., διευρύνοντας συνέχεια το μοντέλο του. Η Χεγκελιανή διαλεκτική επανέρχεται στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου32, στη συγκλονιστική ανάλυσή του για το φετιχισμό του εμπορεύματος.

Η Κριτική θεωρία με σοβαρό φιλοσοφικό υπόβαθρο, στηριζόμενη εκτός από  το έργο του νεαρού Μαρξ, και στο έργο του νεαρού Λούκατς, του Κορς, του Μπλοχ και ως ένα βαθμό και του Γκράμσι, επαναφιλοσοφικοποιεί την όλη σύλληψή της, αν και γνωρίζει ότι από τον Χέγκελ και μετά φιλοσοφία ζει το τέλος της. Το ιστορικό τέλος της. Για αυτό το λόγο χρησιμοποιεί κατά κανόνα τη λέξη θεωρία, που είναι ευρύτερη, με ιστορικό βάθος μέχρι την αρχαία Ελλάδα και ιδίως το διαρκές ερευνητικό πνεύμα του Σωκράτη, και αποπειράται μια συστηματική διερεύνηση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δίνοντας έμφαση, ακόμη και προτάσσοντας τις έρευνες για το υπερ-εποικοδόμημά του, ιδιαίτερα αλλοτριωτικό αλλά και καταπιεστικό χωρίς να το δείχνει. Η ανατροπή του μοντέλου είναι πλήρης, η επανάσταση θα πρέπει να γίνει οπωσδήποτε και σε επίπεδο εποικοδομήματος, ίσως και ν’αρχίσει  από αυτό. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός χωρίς το υπεραναπτυγμένο, και το αναπτυσσόμενο συνέχεια ακόμη και αυτόνομα εποικοδόμημά (του), δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ούτε λεπτό. Και η θέση-αποκάλυψη αυτή έχει μέγιστη σημασία, καθόσον μεταθέτει το κέντρο βάρους της όλης κριτικής από τη λεγόμενη βάση στο εποικοδόμημα. Και μάλιστα τα νέα ριζοσπαστικά κινήματα που εμπνεύστηκαν από την Κριτική θεωρία από το 1956 και μετά, υπό την ισχυρή επήρεια της νέας ιδέας της Μεγάλης άρνησης του Μαρκούζε, εισήγαγαν στοιχεία κριτικής του εποικοδομήματος, με αιχμή το κίνημα των Καταστασιακών, που έδωσε προτεραιότητα στην κριτική αυτή και μέσω της πράξης τους.

Δεν υπάρχει πτυχή της αλλοτρίωσης, των αλλοτριωμένων ολικά σχέσεων του μονοπωλιακού καπιταλισμού που η αρνητική διαλεκτική του Αντόρνο να μην εντόπισε, να μην κατάγγειλε, να μην ανάδειξε, με τη βοήθεια της κριτικής της μοντέρνας τέχνης. Για αυτό το αισθητικό μοντέλο της Αισθητικής θεωρίας33, όχι μόνο έχει αφετηριακά μια κοινωνική διάσταση, όπως η Κοινωνιολογία της μουσικής34 του Αντόρνο, αλλά και υπό την επήρεια του Χάουζερ, που το 1953 κυκλοφόρησε σε αγγλική μετάφραση το ιστορικό έργο του Κοινωνική ιστορία της τέχνης35, αλλά και μέσω της κριτικής του εποικοδομήματος της βιομηχανίας της κουλτούρας κ.τ.λ. Δηλαδή η αισθητική σύλληψη του Αντόρνο μετατρέπεται πλέον σε μια σύνθετη κοινωνική διαλεκτική της άρνησης της αλλοτρίωσης σε όλες τις εκφάνσεις και εκφράσεις της, από την ελάχιστη κοινωνική εκδήλωση ή πράξη μέχρι την υπέρτατη. Η «ολοκληρωμένη αλλοτρίωση», όπως λέει ο Αντόρνο, είναι παντού, έχει εισχωρήσει και στην τελευταία χαραμάδα του συστήματος. Μόνο η ολική, η καθορισμένη άρνηση του συστήματος με ισχυρή μάλιστα και την αισθητική διάσταση θα μπορέσει να την ξεπεράσει και να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις έτσι για την ανθρώπινη απελευθέρωση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια σύνοψη των διαλέξεων μας στον Παρνασσό για την Κριτική θεωρία, των σημειώσεών μας, μέρος του οποίου δημοσιεύσαμε ήδη στο blog μας,  nktkp.blogspot.gr  και  fioravantesf.blogspot.gr και συγχρόνως δίνει κάποιες απαντήσεις – θεωρητικοποιήσεις σε θέματα και ερωτήματα που έθεσε ο αγαπητός φίλος Φ. Νικολόπουλος, ο οποίος με την πρόσκληση του λειτούργησε ανανεωτικά και αναζωογονετικά για την όλη έρευνά μας μιας ζωής για την Κριτική θεωρία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1*. Τα κινήματα κριτικής, κοινωνικής αισθητικής και ιδεολογίας σιγά-σιγά εξέλειψαν, και στη θέση τους διαδόθηκαν ο αντιδραστικός μοντερνισμός, ο αντι-ανθρωπισμός, ο νεο-συντηρισμός και διάφορες άλλες εκδοχές κατεστημένων ιδεολογιών, αντιλήψεων, πρακτικών. Το θέμα αναδείξαμε με το βιβλίο μας, Ιδεολογική κριτική και αισθητική (Praxis) στο στρογγυλό τραπέζι που οργάνωσε η Ε.ΠΟ.Σ. τον Οκτώβριο του 1986 με θέμα Σύγχρονα κινήματα κριτικής, με τη συμμετοχή του Α. Παγουλάτου και του Μ. Ράπτη (Πάμπλο) και με τα κείμενά μας που ακολούθησαν.

Είναι δε αυτονόητο, παραφράζοντας και τις Θέσεις για τον Φόϋερμπαχ του Μαρξ (Διογένης), ότι χωρίς κινήματα κριτικής δεν μπορεί και η Κριτική θεωρία, όσο και αν αντιστέκεται και να παλεύει θεωρητικά-ερευνητικά να συλλάβει σωστά, διαλεκτικά και σε όλη τους την εμβέλεια τα διάφορα δύσκολα και όλο και πιο σύνθετα προβλήματα που δημιουργεί η σύνολη οικονομικοκοινωνική διαδικασία διαρκούς μεταλλαγής του καπιταλισμού.

 

2*. Έχουμε εμφατικά και κατ’ επανάληψη επισημάνει την ολικά αρνητική διάσταση της απο-ιδεολογικοποίησης που κυριάρχησε μετά τη νεοσυντηρητική καμπή από το 1978-80 και μετά. Δυστυχώς δεν έχει εκτιμηθεί σωστά η αποσυνθετική για κάθε ιδέα πραγματικού απελευθερωτικού κινήματος αυτή η πρωτόγνωρη άκρως αλλοτριωτική κατάσταση. Η απο-ιδεολογικοποίηση του κινήματος, της σκέψης, της θεωρίας οδηγεί κατευθείαν στην υποταγή και στην αναπαραγωγή της. Είναι απόλυτα αναγκαίο ν’ανατραπεί αυτή η κατάσταση και το κίνημα, η σκέψη, η θεωρία να επανα-ιδεολογικοποιηθούν κριτικά, να κινηθούν, ακόμη  και να στρατευθούν με όρους ιδεολογικής ηγεμονίας, όπως έλεγε ο Γκράμσι μέχρι την απελευθέρωση. Διαφορετικά απελευθέρωση, με όρους Μαρκούζε, δεν θα υπάρξει ποτέ. Βλ. όλα τα κείμενά μας, αλλά κυρίως, το Ιδεολογική κριτική και αισθητική (Praxis), το Θεωρία πολιτισμού, τ. ΙΙ (Ψηφίδα). Β., και την εύστοχη επισήμανση για το κρίσιμης σημασίας αυτό θέμα που αναδείξαμε της αποϊδεολογικοποίησης, του Γ. Νικολόπουλου, στο «Η δυναμική της αλληλεπίδρασης κοινωνίας, τέχνης και πολιτισμού και η προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης», κριτική παρουσίαση του δίτομου έργου του Βασίλη Φιοραβάντες με τίτλο Θεωρία πολιτισμού, ψηφίδα, Αθήνα 2004, Ανάρτηση στα blog, nktkp.blogpot.com και  fioravantesf.blogspot.com.

 

3*. Ο πρώτος θεωρητικός που διατύπωσε τη θέση γραφειοκρατία-νέα τάξη στην ΕΣΣΔ ήταν ο γιουγκοσλάβος Μ. Τζίλας, ο οποίος αντί να βγάλει τα σωστά-επαναστατικά συμπεράσματα από την πρωτοπόρα, για την εποχή του, αυτή θεωρητικοποίηση, έγινε στη συνέχεια αναθεωρητής, αστός, ακόμη και αντεπαναστάτης. Βλ. Μ. Τζίλας, Η νέα τάξη, Ορίζων.   Όμως ο Τζίλας έστω και έτσι προκάλεσε μια πρωτόγνωρη συζήτηση τότε διεθνώς, και τα επαναστατικά πνεύματα κινήθηκαν προς την κριτική διερεύνηση του όλου θέματος σε νέες βάσεις, Στη συνέχεια οι μαοϊκοί εισηγήθηκαν μια παρόμοια θεωρία, αλλά από ότι φαίνεται αποσκοπούσαν και αυτοί στη συνέχεια σε μια πλήρη καπιταλιστική παλινόρθωση, όπως και έγινε. Με την κατάρρευση των καθεστώτων του ανύπαρκτου σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ επί Γκορμπατσώφ –Γιέλτσιν, η κατάσταση εκτράπηκε προς μια νέα μορφή ληστρικού ολιγαρχικού καπιταλισμού, έτσι ώστε η όλη συζήτηση πρέπει να μπει σε νέες βάσεις, καθόσον υπάρχει επιπλέον σύμπλεγμα σε πολλούς τομείς και σε πολλές δραστηριότητες του ολιγαρχικού-αυταρχικού καπιταλισμού της Ρωσίας με αυτό, το ίδιο αυταρχικό και ολιγαρχικό-μονοπωλιακό καπιταλισμό της Δύσης.

 

4* Αυτή ήταν και η βασική αιτία κατάρρευσης της ΕΣΣΔ. Σύμφωνα με τη διαλεκτική της ιστορίας, φαίνεται ότι όποιο σύστημα που δεν μπορεί να αυτοεξελικτεί, αυτό καταρρέει, ή γίνεται εύκολη λεία άλλων ισχυρότερων κρατών ή εθνοτήτων, όπως και παλαιότερα. Κλασική περίπτωση κατάρρευσης ήταν και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Από την άλλη, το όλο ζητούμενο είναι η ενδογενής δυναμική ανάπτυξης των κοινωνικών συστημάτων, και σήμερα της παγκοσμιοποίησης: ακριβέστερα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, πως θα αλλάξει πορεία και θα υπηρετήσει τον άνθρωπο, και πως θα γίνει ανθρώπινο. Πως δηλαδή θα γίνει, ακόμη καλύτερα, η ανάπτυξη  ανθρωποκεντρική. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της σύγχρονης Κριτικής θεωρίας και πράξης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1.   Εκτός από κείμενα των ίδιων των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης, βλ. και μερικά κείμενα-αναφορά για αυτήν: P. Zima, L’école de Francfort, εκδ. Universitaires, Ζ. - Μ. Βενσάν, Η Σχολή της Φρανκφούρτης, Επίκoυρος, M. Jay, Limagination dialectique, Payot, το ειδικό τεύχος με δική μας επιμέλεια του περ. Νέα Κοινωνιολογία «Η Σχολή της Φρανκφούρτης» κ.α.

2.   Μ. Χορκχάιμερ, Παραδοσιακή και κριτική θεωρία, Έρασμος

3.   Βλ. ib.

4.   Εκδ. Ζήτη.

5.   Εκδ. Αρμός.

6.   Εκδ. Παπαζήσης.

7.   Η επίδραση του ιστορικού κειμένου, L’ésprit de lutopie (Gallimard),  του Μπλοχ, στην πρώτη ειδικά Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν καθοριστική, μόνιμη.

8.   Εκδ. Διογένης.

9.   Βλ. Π. Σουήζη, Μονοπωλιακός καπιταλισμός, Γκούτεμπεργκ.

10.    Βλ. Μ. Horkheimer – Th. Adorno, Dialectique de la Raison, Gallimard, μ.σ.  TEL.

11.    Βλ. Th. Adorno, Société…, Payot.

12.    Για το θέμα αυτό στηριζόμαστε σε πολλά κείμενα του Βανεγκέμ που είχε επηρεαστεί καθοριστικά από τα κείμενα της Σχολής της Φρανκφούρτης, του Γκόρζ, ο οποίος κυρίως είχε επηρεαστεί άμεσα από τον Μαρκούζε, με τον οποίο ήταν και φίλοι.

13.    Βλ. ib. σημ. 10.

14.    Βλ. τη θεωρία της συνεχούς ή διαρκούς επανάστασης που εισηγείται ο Μ. Μερλώ - Ποντύ στο Οι περιπέτειες της διαλεκτικής, Gallimard, μ.σ. Idées.

15.    Βλ. Ι. Λένιν, Διαθήκη, εκδ. Σπάρτακος, Μ-Απρ. 1928.

16.    Βλ. την Κίνηση του Καργκαλίνσκυ και άλλων κριτικών  τότε ρώσων διανοουμένων και αγωνιστών στην Ρωσία επί Γκορμπατσώφ και μετά.

17.    Εκδ. Οδυσσέας.

18.    Βλ. και το κείμενό μας, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης, Αρμός.

19.    Βλ. μεταξύ άλλων, Η. Lefebvre, Métaphilosophie, Syllepse.

20.    Βλ. μεταξύ άλλων και το εξαιρετικά σημαντικό κείμενο του Ρ. Βανεγκέμ, Η επανάσταση της καθημερινής ζωής, Άκμων.

21.    Βλ. ib. σημ. 10.

22.    Εκδ. Praxis.

23.    Βλ. Β. Φιοραβάντες, «Στοιχεία μιας Σύγχρονης Κριτικής θεώρησης για το Κράτος», εισήγηση στο 1ο συνέδριο στο Πάντειο-, 4-6 Οκτ. 1989, με θέμα, «Οι λειτουργίες του Κράτους σε περίοδο κρίσης», σσ. 39-48.

24.    Εκδ. Διογένης.

25.    Εκδ. Δ. Βιβλιοθήκη.

26.    Εκδ. Παπαζήση.

27.    Εκδ. Διογένης.

28.    Εκδ. Ν. Στόχοι.

29.    Εκδ. – Μετάφραση Γ. Σκουριώτη.

30.    Εκδ. Οδυσσέας.

31.    Εκδ. Δ. Βιβλιοθήκη.

32.    Βλ. ib. σημ. 29.

33.    Εκδ. Klincksiek.

34.    Εκδ. Contrechamps.

35.    Εκδ. Κάλβος, τ. 4.