ΝΕΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ: ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΕΙΣ
ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ: Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ
Στη συνέχεια της κριτικής-γνωσιακής στροφής του Χάμπερμας, και ιδίως της εισαγωγής και του πρώτου κεφαλαίου της ιστορικής σημασίας βιβλίου του, Connaissance et intèrêt1, μπήκα σε μια διαδικασία ανασύνθεσης – ανασυγκρότησης (όπως έλεγε και ο Χάμπερμας πολύ συχνά) του όλου μοντέλου, με στόχο τη δημιουργία ενός νέου κριτικού γνωσιακού – επιστημολογικού – μεθοδολογικού μοντέλου: Η νέα, η Σύγχρονη, κριτική θεωρία, η οποία θα είναι πριν και πάνω από όλα διαμορφωμένη πάνω σε αυτές τις νέες βάσεις. Η νέα εποχή που έχουμε μπει από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν πλέον το κίνημα του Μάη είχε ουσιαστικά τελειώσει, κυριαρχείται ένα δομικό αδιέξοδο, από μια βαθειά και συνεχή αμφισβήτηση, από μια κρίση αναφορών χωρίς προηγούμενο. Όλες οι πρώην βασικές ιδεολογικές αρχές και παραδοχές, βασικές θέσεις (presuposés de base) είναι απόλυτη ανάγκη να επαναπροσδιοριστούν. Η ιδεολογική μάλιστα αυτή κριτική στη συνέχεια δυσχεραίνεται υπό την αρνητική επήρεια του μεταμοντερνισμού.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η όλη μεθοδική ανασυγκρότηση που πρέπει να αποπειραθεί δεν μπορεί παρά να αρχίσει και να στηριχθεί σε ένα απροσπέλαστο καταφύγιο: Η γνωστική – γνωσιακή σημασία της ιστορικής θεωρίας του νεαρού Μαρξ για την αλλοτρίωση και του αναγκαίου και επιβαλλόμενου ξεπεράσματός της δια της πράξης (: Η 11η θέση για τον Φόϋερμπαχ).
Από την άλλη, βασική διάσταση της όλης αυτής προσπάθειας στον παγκοσμιοποιημένο πλέον καπιταλισμό θα είναι η ξεχασμένη χεγκελιανή διαλεκτική, Aufheben-Aufheboung, διαβασμένη νεομαρξικά (νεαρός Μαρξ), και βέβαια πάντα η σύνθεση της θεωρίας της αλλοτρίωσης του νεαρού Μαρξ με τη θεωρία του γέρου Μαρξ για την κοινωνική διαίρεση της εργασίας, επικαιροποιημένη, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική πείρα, την πείρα του κινήματος2 και των επαναστάσεων που έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και τις νέες θεωρητικοποιήσεις γενικότερα, αλλά πρώτιστα των δύο αυτών θεμάτων πάντα συνθετικά.
Υπάρχουν πολλές κριτικές θεωρητικοποιήσεις που προχώρησαν τη θεωρητική σκέψη, αλλά λίγες είναι οι συνθετικές. Κρατώντας ως παρακαταθήκη την προτροπή του Σατλέ (παρά και σε αντίθεση τη μεταμοντέρνα και γενικότερα την ισχυρή αποδομητική τάση των μέσων της δεκαετίας 1980 για εγκατάλειψη των μεγάλων αφηγήσεων και την προτροπή του μεταμοντερνισμού μόνο για μικροαφηγήσεις), για την ανάγκη νέων πάντοτε συνθέσεων, λειτούργησα όσο πιο συνθετικά μπορούσα: Πολλές φορές με διακριτικό τρόπο, πάντοτε αντιθετικά απέναντι στους νεοαντιδραστικούς νιτσο-χαϊντεγγεριανούς, αλλά και πάντα συνθεσιακά-συνθετικά, και μάλιστα από ένα σημείο και μετά με αιχμή το πολιτισμικό.
Η μεταμοντέρνα ισχυρή τάση στα μέσα της δεκαετίας του 1980 περί αναγκαίας εγκατάλειψης των νεκρών υποτίθεται πλέον μεγάλων αφηγήσεων (grands récits) και η ώθηση για μικρο-αφηγήσεις ήταν τέτοια που αποθάρρυνε την όποια σοβαρή ερευνητική και θεωρητική προσπάθεια. Παρόλα αυτά εγώ αντιστάθηκα ολικά και καθορισμένα μέσα σε συνθήκες τρομερής γενικότερης τότε απογοήτευσης και με τις κατάλληλες αναπροσαρμογές και ανασυγκροτήσεις κατόρθωσα και με την ενθάρρυνση αρκετών φίλων3 διστακτικά στην αρχή να αρχίσω την περιπέτεια της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης, με πολύ εντατική, συστηματική, επίμονη, συνεχή ερευνητική και θεωρητική εργασία. Η επιμονή του αγαπητού Σατλέ μάλλον έπιασε τόπο. Έτσι προτάξαμε στην όλη κριτική προσπάθειά μας ανασυγκρότηση την αρχή, όπως θα έλεγε και ο Μαρκουζε, της ενδεχομενικότητας4 η οποία πλέον έγινε μια κύρια μεθοδολογική αρχή, τάση. Με βάση και την επισήμανση αργότερα του Πριγκοζίν5 για το τέλος των βεβαιοτήτων, προχώρησα με μεγαλύτερη πεποίθηση στη συγκρότηση μιας νέας ανοιχτής και συγχρόνως δυναμικής μεθοδολογικής αρχής, που αποσκοπούσε, αλλά και δημιουργούσε νέες μεθοδολογικές – αναλυτικές και κριτικές – δυνατότητες σε παράταξη. Οπότε με συνεχή μικρά αυτόνομα – λιγότερο ή περισσότερο – θεωρητικά βήματα, δημιούργησα μια μεγάλη σύνθεση, με καθολική την ισχύ της κοινωνικής διάστασης της θεωρίας και της σκέψης σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους τομείς: καθολικά, ολικά.
Το πολιτισμικό είναι το νέον όλον, με τις αντιθέσεις, τις αντινομίες, τις αβεβαιότητές του, αλλά και με τις ιστορικές κατακτήσεις των πρωτοποριών. Πρόκειται για μια ιστορικοκοινωνική και πολιτισμική εξαίρεση, για να παραφράσω γάλλους θεωρητικούς της ιδέας της πολιτισμικής εξαίρεσης6 των μέσων της δεκαετίας του 1990 (éxception culturelle), για μια ιστορική μοναδικότητα καθώς προσπάθησα να ανασυγκροτήσω την αντίληψη για τον πολιτισμό με όρους μοντερνισμού, καινοτομίας, αλλά και ιδεολογικής – πολιτισμικής, και όχι μόνον, ηγεμονίας, για να παραφράσω τον Γκράμσι.
Έτσι μελετώντας συνεχώς το πολιτισμικό, στη συνέχεια πάντοτε και των Αντονιόνι, Βισκόντι, Παζολίνι, Μπερτολούτσι και το ιστορικό – πολιτισμικό εποικοδόμημα, μελετούσα ουσιαστικά και έμμεσα, αλλά πολλές φορές και άμεσα το πολιτικό, το κοινωνικό, το ιδεολογικό στο γίγνεσθαί τους και στο γίγνεσθαι της σύγχρονης κοινωνίας. Από όταν όμως άρχισε να κυριαρχεί η παγκοσμιοποίηση εισηγήθηκα την πλήρη ανασυγκρότηση του μοντέλου: Νέα ανθρωπολογία και τέχνη, αλλά κυρίως σε μια πιο διευρυμένη μορφή, Νέα κριτική θεωρία και πράξη…
Ο Χάμπερμας ήταν πάντα παρών σε όλη αυτή τη διαδικασία ανασυγκρότησης, όπως έλεγε, αλλά περισσότερο ανασύνθεσης - ανασυνθέσεων και θεωρητικών μεταλλαγών, με επίκεντρο την πράξη, που τελευταία την είχε ξεχάσει λίγο, αν και είχε εκδώσει ένα μεγάλο δίτομο έργο, με τίτλο Θεωρία και πράξη7.
ΣΑΤΛΕ: Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ
Από την άλλη, έπρεπε πάση θυσία, ακόμη και μέσω μιας αφοριστικής ή σχετικά αφοριστικής γραφής, ν’αποφύγω τις μακρόσυρτες θεωρητικές αναπτύξεις, καθόσον πάντοτε υπήρχε η περίπτωση να χάσω το καθοδηγητικό νήμα. Βασική πάντοτε θέση: ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα, που παρά τις αλλαγές, τις τροποποιήσεις, τις μεταρρυθμίσεις, τις υποχωρήσεις του, πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί.
Η αλλοτρίωση δεν αλλάζει, ούτε μεταρρυθμίζεται, ούτε τροποποιείται. Τίποτα. Ειδικά δε όσο κυριαρχεί η ακραία κοινωνική διαίρεση της εργασίας του ύστερου και ακόμη περισσότερο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Προς αυτό το συμπέρασμα κατέτεινε και η ιστορική και η νεώτερη πρωτοπορία, η συγκλονιστική από κάθε άποψη ολική ρήξη της με το σύστημα, και το ίδιο η ολική επανάστασή της. Ακόμη περισσότερο: η εξέγερση της πρωτοπορίας εναντίον της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας και της αλλοτρίωσης σε όλες τις μορφές της, μέσω της πρωτοπόρας αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής της και συγχρόνως με βάση το περιεχόμενο των μορφών της, και ιδίως των πιο προχωρημένων, δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία, καμία δεύτερη σκέψη.
Για το λόγο αυτό, με βάση και τη γενικότερη ιστορικο-κοινωνική συνειδητοποίηση (με την έννοια του Ιστορία και ταξική συνείδηση8 του νεαρού Λούκατς) που εισάγει και καλλιεργεί η πρωτοπορία, και ως ένα πολύ σημαντικό βαθμό κατακτάει, δεν υπάρχει χώρος για πολλές θεωρητικολογίες, ανασυγκροτήσεις κ.τ.λ. Κάθε κείμενό μας, κάθε εισήγησή μας κ.α. επιβάλλεται να κατατείνει προς αυτό το συμπέρασμα. Πρέπει η όλη θεωρητικοποίησή μας, όπως έλεγε και ο Σατλέ, να αντιπαλεύει τις διάφορες ψευδαισθήσεις (τα faux semblents), να αντιβαίνει στην τρέχουσα αντίληψη-πρόσληψη-ιδεοληψία, και να είναι καθαρή και σαφής (claire et nette): Όχι αμφησιμίες (ambiguités) και όχι αμφιταλαντεύσεις ή αμφιβολίες μεταφυσικού - μεταμοντέρνου ή άλλου χαρακτήρα.
Ο Σατλέ είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα – θέση – πρακτική, όχι μόνο με βάση την άμεση γνώση του νεώτερου κινήματος και λόγω της στράτευσής του, αλλά και έχοντας μελετήσει συστηματικά το πέρασμα από τον πυθαγορισμό και τους σοφιστές στον Σωκράτη και ιδίως στον Πλάτωνα. Όμως μέσω των διαδοχικών –ιστορικών κατά τα άλλα – θεωρητικοποιήσεων – κατακτήσεων κάπου χάθηκε το καθοδηγητικό απελευθερωτικό νήμα της σωκρατικής φιλοσοφίας – αμφιβολίας – απορητικής. Για το λόγο αυτό ο Σατλέ ζητούσε εναγώνεια τη διατήρηση της έρευνας και της θεωρητικοποίησης στο πεδίο της πράξης – πρακτικής, αναζητώντας πάντοτε το ξεπέρασμα, την αμφισβήτηση, την αυτονόμηση, αν όχι την ανατροπή… Το ίδιο ως ένα βαθμό επαναλήφθηκε και στην περίπτωση του περάσματος από τον Χέγκελ στον νεαρό Μαρξ, που επίσης είχε μελετήσει ο Σατλέ.
Ο Σατλέ ήταν πάντοτε ενάντια στις υποτιθέμενες μεταμοντέρνες αμφιβολίες και παρέμεινε προσηλωμένος στην κριτική προσέγγιση του σύγχρονου, του αλλοτριωμένου πραγματικού, με μόνο στόχο τη μελέτη του, υπό την οπτική της αλλαγής του. Την ίδια πρακτική και προσγειωμένη αντίληψη, θέση, μεθοδολογία ακολούθησα και εγώ μέχρι τέλος, επιστρατεύοντας, ενοποιώντας, συνθετοποιώντας και τη στάση της πρωτοπορίας, την οποία επικροτούσε απόλυτα ο Σατλέ, αν και δεν ήταν μεγάλος γνώστης της.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ-ΣΑΤΛΕ: ΜΟΝΙΜΟΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΙΕΣ
Ο Σατλέ κράτησε όρθια τη μόνιμη τάση αμφισβήτησης – αμφιβολίας – απορίας του Σωκράτη, συγχρόνως με την ανυπέρβλητη ηθική στάση του, η οποία προκαθόριζε όλη τη θεωρητική πρακτική του. Η μοναδική αυτή ιδιομορφία του περάσματος της θεωρίας στη φιλοσοφία με τον Πλάτωνα, διήρκησε μέχρι τους τρεις πρώτους τόμους της Πολιτείας9, αποκτώντας μάλιστα και κοινωνική διάσταση. Η σωκρατική απορία, με την αντίστοιχη πάντοτε ηθική στάση, υπαρκτή ή υπό ανεύρεση, συνδέεται πλέον με την τότε κοινωνική διαίρεση της εργασίας. Είναι μια νέα ιδέα που διαπερνά και καθορίζει τους τρεις πρώτους τόμους της Πολιτεία10, και που με υπόβαθρο την εγγενή τάση της κοινωνίας προς την αλλοτρίωση και την ορθολογικοποίηση από τότε παραμένει υφέρπουσα μέχρι τα Χειρόγραφα11 και τον τέταρτο τόμο του Κεφαλαίου12 που σχεδίαζε ο Μαρξ.
Από τον τέταρτο τόμο της Πολιτείας13, ο Πλάτωνας γίνεται πλέον φιλόσοφος, λογικο-φιλόσοφος, επιστήμονας – ερευνητής, παίρνοντας απόσταση από την κοινωνία, από το κοινωνικό-ηθικό πρόβλημα, όπως θα λέγαμε καλύτερα. Όλη η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι το Εβραϊκό ζήτημα14, την Κριτική της φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ15 τα Χειρόγραφα16 και τη Γερμανική ιδεολογία17, του Μαρξ, χωρίς να ξεχνούμε και την Αγία οικογένεια18 ήταν μια ιστορία μυστικοποίησης – ιδεαλιστικοποίησης του κοινωνικού πίσω και μέσα από διάφορες περίτεχνες θεωρίες και πολλές φορές μέσω λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκων λογικών σχημάτων. Μονες εξαιρέσεις ο Επίκουρος και ο επικουρισμός, οι Σκεπτικοί και οι Κυνικοί, όπως είχε επισημάνει και ο νεαρός Μαρξ, αλλά χάθηκε το εξαιρετικά σημαντικό χειρόγραφό του.
Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη προσπαθεί ν’ανασυγκροτήσει το όλο μοντέλο, με θεμελιακή θέση τη μη εγκατάλειψη ποτέ της κοινωνικής διάστασης της σκέψης, και η ηθική δικαίωση του ανθρώπου θα γίνει μόνο κοινωνική – οργανισιακή με νέες διαφανείς και αυτοδιαχειριζόμενες – δεν υπάρχει καλύτερη λέξη – βάσεις δια της πράξης. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Αυτό είναι το συμπέρασμα – πρόταγμα, όχι μόνο της ιστορικής ενασχόλησης του Σατλέ με τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα σε μια εποχή κρίσης του μαρξισμού, όπως αποκαλούνταν τότε, αλλά και της Théorie et Praxis19 του Χάμπερμας20, ο οποίος προχωρά την όλη έρευνα, με βάση τις νεότερες τότε μελέτες του τεϋλορικο-φορντικού αυταρχικού μονοπωλιακού και του ύστερου στη συνέχεια καπιταλισμού, με βάση και την κριτική21 από τον Μαρκούζε του αλλοτριωτικού τεχνολογισμού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εκδ. Gallimard, μ.σ. TEL.
2. Σημαντική εισφορά είχε και η γνώση μου των κειμένων του κινήματος των οργανώσεων κ.τ.λ., και ιδίως των κειμένων του Α. Γκορζ και του Ρ. Βανεγκέμ.
3. Εκείνη την πρώτη περίοδο της ουσιαστικά εντελώς νέας θεωρητικοποίησής μου, βρήκα άξιους συμπαραστάτες, εκτός από τον Ρεβώ ντ’ Αλλόν, και τους Σπ. Δαμιανάκο, Βεργόπουλο, Μπαγιόνα, Μπ. Λυκούδη, Πάμπλο, Παγουλάτο, Δεζικιρίκη, Πρέβε (πριν αλλάξει στρατόπεδο), και ως ένα βαθμό και τον Μαρκή. Μετά άλλαξε και αυτός, αλλά λίγο μετά βρήκα τον Σταυρόπουλο και τον Παπαδάκη, οι οποίοι μάλιστα ήταν πολύ ένθερμοι. Ο Σατλέ μας είχε εγκαταλείψει δυστυχώς πολύ γρήγορα…
4. Αντιπαρέβαλα την αρχή αυτή στη θέση του Σατλέ περί ενδεχομενικότητας (contigence) της αλήθειας όπως την είχε παρουσιάσει και με τον Λεφέβρ σε ένα μικρό βιβλίο τους, υπο την επήρεια της βίωσης της σοβαρής κρίσης του γαλλικού και όχι μόνον μαρξισμού, εγώ πιο φρανκφουρτιανός και πάντα νεο-μαρξικά σκεπτόμενος, και βέβαια υπό την ισχυρή επήρεια του Connaissance et intérêt του Χάμπερμας τότε. Έτσι νομίζω ότι άρθρωσα σιγά-σιγά έναν νέο κριτικό λόγο, αρκετά φρανκφουρτιανικό μεν, αλλά έγκυρο και συνεκτικό, όπως ήθελε και ο Γκολντμάν. Με άλλα λόγια βγήκα έτσι από το σημαντικό αγνωστικιστικό αδιέξοδο του νεο-νομιναλισμού του Σατλέ.
5. Βλ. Ι. Prigosin, Fin de certitudes, Seuil.
6. Βλ. μεταξύ άλλων, J. Rigaud, L’ éxception culturelle, Grasset.
7. (Payot, 2006).
8. Εκδ. Οδυσσέας.
9. Εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ.
10. Ib.
11. Εκδ. Δ. Βιβλιοθήκη.
12. Εκδ. Σκουριώτη.
13. Εκδ. σημ. 1.
14. Εκδ. Γκοβόστη.
15. Εκδ. Αναγνωστίδης.
16. Εκδ. Δ. Βιβλιοθήκη.
17. Εκδ. Γκούτεμπεργκ.
18. Εκδ. Θεμέλιο.
19. Εκδ. Payot.
20. Βλ. και J. Habermas, Textes et contextes, Cerf.
21. Βλ. J. Habermas, Prοfils philosophiques et politiques, Gallimard.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΚΡΙΣΗ…
Ι
Μετά την υποστήριξη του Διδακτορικού, κινούμαι συγχρόνως σε περισσότερα επίπεδα. Συνεχίζω και ολοκληρώνω την έκδοση του Ιδεολογική κριτική και αισθητική1, αφού ξεπέρασα το σοκ του θανάτου του Σατλέ. Εξάλλου τα περισσότερα κείμενά μου εκείνης της περιόδου έχουν άμεσα τη σφραγίδα των διαλόγων μου με τον Σατλέ, ενώ η παρουσία του δεν έπαψε να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια αρχίζω μια έρευνα-μελέτη του μεταμοντερνισμού στην τέχνη, την ιδεολογία κ.τ.λ., με βάση τα σεμινάρια δύο ετών (1983-85) που είχε οργανώσει ο Ρεβώ ντ’ Αλλόν στη Σορβόννη για αυτό το θέμα. Συντάσσω ένα αρκετά μεγάλο κείμενο, και αποσαφηνίζω πως έχει το θέμα, υπό την επήρεια της κριτικής του Χάμπερμας του μεταμοντερνισμού. (Το κείμενο αυτό μεταφρασμένo στα ελληνικά το δημοσιεύω πολύ αργότερα στα blog μας). Συγκεντρώνω νέο υλικό για μια νέα μελέτη – κριτική του μεταμοντερνισμού. Το κείμενο αυτό το συντάσσω αργότερα, αφού είχε γίνει ένα συνέδριο με τίτλο “Μοντέρνο-Μεταμοντέρνο” στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, από μια κρυφομοντέρνα πρώην φοιτήτρια του Ρεβώ ντ’ Αλλόν, και στο οποίο παρεμβαίνω κριτικά πολλές φορές, όπως και ο Παγουλάτος (θα επανέλθουμε στο θέμα).
Συγχρόνως αρχίζω μια συστηματικότερη μελέτη της μοντέρνας τέχνης, με αιχμή αρχικά και την όσο πιο συστηματική μελέτη μπορούσα του έργου του Τζιακομέττι, σε συνεννόηση με τον Ρεβώ ντ’ Αλλόν, υπό την οπτική της πιθανής οργάνωσης μίας ειδικής έκδοσης της Αισθητικής επιθεώρησης που ο δάσκαλος εξέδιδε στη γαλλική2.
Η έρευνα αυτή καταλήγει μετά από μεγάλη προσπάθεια στην έκδοση του μικρού βιβλίου μου αρχικά για τον Τζιακομέττι, το οποίο είχε αρκετή επιτυχία. Στη συνέχεια γίνεται μια νέα έκδοση και κατά πολύ πιο διευρυμένη από τον Παπαζήση, με έντονο το αντορνικό αρνητικό αισθητικό πνεύμα, που ταίριαζε απόλυτα στον βαθύ, τον ολικό αρνητισμό του Τζιακομέττι3.
Λίγο μετά την υποστήριξη του διδακτορικού είχα την ευκαιρία να κάνω μια εισήγηση για τον Σκλάβο στο Ε΄ Πανιόνιο συνέδριο στο Αργοστόλι, με θέμα, «Ο Σκλάβος, τα Επτάνησα, ο Μοντερνισμός», με την οποία επεκτείνω την όλη προβληματική μου και προς την τοποθέτηση του Σκλάβου σε σχέση με τα Επτάνησα και το μοντερνισμό, υπό την επήρεια ενός σχετικού άρθρου του Παγουλάτου για τον μοντερνισμό του Σολωμού, αλλά και να εκθέσω γενικότερα το θέμα. Τότε ο Σκλάβος συνιστά τη βάση της κριτικής μου του μεταμοντερνισμού. (Στη συνέχεια συμπληρώνω το κείμενο αυτό, και πλέον αποτέλεσε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου για τον Σκλάβο σε όλες τις εκδόσεις του. Ήταν εντελώς μέσα στο πνεύμα του, συγχρόνως επεκτείνοντας και διευρύνοντας τον προβληματισμό του προς νέες θεματικές, με κύρια την κριτική του μεταμοντερνισμού με βασική αναφορά τον μοντερνισμό του Σκλάβου, ή τον σκλαβικό βαθύ μοντερνισμό).
Με την εκδήλωση-παρουσίαση που οργάνωσε η Ε.ΠΟ.Σ. λίγο μετά του Ιδεολογική κριτική και αισθητική4 στο Σπίτι της Κύπρου, με τη συμμετοχή των Παγουλάτου και Πάμπλο, με θέμα «Σύγχρονα κινήματα κριτικής», καταλήγω σε δύο συμπεράσματα:
α) Είναι απόλυτη ανάγκη να αναδείξουμε συστηματικότερα τα κινήματα της μοντέρνας τέχνης στη διαλεκτική τους με τα κοινωνικά κινήματα, και
β) Σύμφωνα με τη διαπίστωση-προτροπή του Πάμπλο, ο οποίος είχε μελετήσει συστηματικά το βιβλίο μου, ήταν αναγκαίο να συνεχίσω την όλη έρευνά μου στον χώρο της κοινωνιολογίας της τέχνης και της κουλτούρας. Ο Πάμπλο μάλιστα επέμεινε, και μάλιστα πήρε αρκετές πρωτοβουλίες για να με ενθαρρύνει και γενικότερα να με υποστηρίξει. Αμέσως μετά οργανώσαμε πάλι με την Ε.ΠΟ.Σ. 3 στρογγυλά τραπέζια. Δύο για την κριτική του μεταμοντερνισμού, με τη συμμετοχή του Παγουλάτου και ένα για να παρουσιάσουμε κριτικά την κατάσταση στην πρώην ΕΣΣΔ στην εποχή του Γέλτσιν, με τη συμμετοχή του Παγουλάτου και του Πάμπλο. Σε αυτό το στρογγυλό τραπέζι ο Παγουλάτος παρουσίασε την έρευνά του μιας ζωής για τον ρώσικο φουτουρισμό, ενώ εγώ παρουσίασα μερικά στοιχεία κριτικής της γραφειοκρατίας1*, σύμφωνα με την ιστορική προσέγγιση του Γκολντμάν, ενταγμένη μέσα στο γενικότερο πνεύμα της φιλοσοφίας της πράξης της εποχής. Ο Πάμπλο προσπαθούσε εναγώνεια να εντοπίσει και να στηρίξει τις δυνατότητες μιας πιθανής ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής, σύμφωνα και με τη θεωρητικοποίηση της ομάδας του Καργκαλίνσκυ.
Στη συνέχεια οργανώσαμε στο Παρίσι τρία στρογγυλά τραπέζια για την ιδεολογία, επεκτείνοντας και συστηματοποιώντας έτσι την όλη κριτική προσέγγισή μας προς την κατεύθυνση, όπως θα αποκαλέσω το θέμα στη συνέχεια, «Αντι-ιδεολογικές διαμεσολαβήσεις»5, ανοίγοντας έτσι ένα νέο και σημαντικό κεφάλαιο της αδογμάτιστης Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης υπό σύλληψη, συγκρότηση. Από μια άποψη δε ήταν καθοριστική και για τη νέα γενικότερα θεωρητικοποίηση που διαμόρφωνα τότε, η εισήγησή μου στο συνέδριο στα Χανιά, «Σοσιαλισμός και δημοκρατία» με θέμα, «Ο Σοσιαλισμός ως διαδικασία και ως ρήξη6», με επίκεντρο την έννοια της αλλοτρίωσης, και ειδικότερα την όλη θεωρητικοποίηση του Μαρκούζε. Στη συνέχεια, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα για να αρχίσω τη διδασκαλία στο Πολυτεχνείο Κρήτης, οργανώσαμε μια ημερίδα με την Ε.ΠΟ.Σ., με τη συμμετοχή του Παγουλάτου, του Μπαγιόνα κ.α., με θέμα «Επανάσταση και τέχνη». Σε αυτή την εισήγηση7 η νέα κριτική προσέγγιση συγκροτείται πλέον αυτόνομα, καθώς έχει προηγηθεί, όπως προανέφερα, και με τις εισηγήσεις μου στο συνέδριο «Σοσιαλισμός και δημοκρατία» στα Χανιά, στο Συμπόσιο «Κουλτούρα και τεχνολογία8», που οργάνωσα αμέσως μετά στο Πολυτεχνείο Κρήτης, και για τον Πουλαντζά9 σε ένα συνέδριο στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων, που ακολούθησε αμέσως. Έτσι θέτω τις βάσεις της Νέας κριτικής θεωρίας και πράξης, πάντοτε κριτική, αδογμάτιστη, ανοιχτή, πολυεπίπεδη.
Αμέσως μετά συστηματοποιώ πιο πολύ την έρευνά μου, έχοντας τελειώσει την κριτική μου για τον μεταμοντερνισμό: «Μεταμοντερνισμός και μεταμοντερνισμός, ή προς μια κριτική του μεταμοντερνισμού10», που δημοσιεύτηκε στις Θέσεις, προκαλώντας μεγάλη αίσθηση στο χώρο του κινήματος. Εν τω μεταξύ δημοσιεύω κείμενα σε περιοδικά, ένα μικρό κείμενο11 στο ΒΗΜΑ, που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση για τη ρηξικέλευθη κριτική του στρουκτουραλισμού και του μεταστρουκτουραλισμού, και ένα κείμενο ριζοσπαστικής κριτικής του μεταμοντερνισμού στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, με τίτλο, «Ο μεταμοντερνισμός δεν είναι πια μοντέρνος12».
Από τον Σκλάβο ανοίχθηκα πλέον σε πολλά θέματα, αναζητώντας την ολότητα, χωρίς όμως προκατασκευασμένες θέσεις. Από την άλλη,προσπαθώ να συγκροτήσω τη μεθοδική ολότητα, νεολουκατσικής πάντοτε έμνευσης στις νέες άκρως αλλοτριωτικές συνθήκες της διαρκούς και υφέρπουσας κρίσης. Έτσι με τη διδασκαλία μου στο Πολυτεχνείο2* Κρήτης επεκτείνω και συστηματοποιώ την έρευνά μου στον χώρο της κοινωνιολογίας και τη φιλοσοφία της τέχνης, της κουλτούρας και του πολιτισμού, φθάνοντας έτσι σε μια νέα σύγχρονη διεπιστημονική-προσέγγιση, χωρίς ιεραρχήσεις των σχέσεων της κοινωνίας, της τέχνης, της κουλτούρας, της ιδεολογίας κ.τ.λ.
Η έρευνα αυτή έμεινε ημιτελής, έχοντας ακόμη πολλές και σημαντικές σημειώσεις από τα μαθήματα, ενώ συγχρόνως έφθασα στην έννοια της κριτικής διεπιστημονικότητας, θεωρητικοποίηση κρίσιμης, κομβικής σημασίας, και την οποία ολοκλήρωσα πολύ αργότερα, και την ανάρτησα στα blog μας. Συγχρόνως και με τη διδασκαλία μου τότε του μαθήματος Ιστορία της τέχνης στο Κολλέγιο Γραφικών τεχνών επεκτείνω συστηματικά την έρευνα στο χώρο της ιστορίας της μοντέρνας τέχνης, με έμφαση στον Σκλάβο και τον Τζιακομέττι.
Οπότε συγκροτώ το νέο πεδίο ερευνών μου, το οποίο επεκτείνω συνέχεια πλέον. Ο πολιτισμός γενικότερα γίνεται εφεξής ολικό θέμα μου, υπό την οπτική της νέας κριτικής θεωρίας και πράξης. Ο πολιτισμός ως καταφύγιο σε συνθήκες άγριας αλλοτρίωσης και αποξένωσης, υποχώρησης του κινήματος και αποσάρθρωσης της κοινωνίας: Γενικευμένης απολίθωσης (petrification) των κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών, όπως έλεγε ο Μαρκούζε. Ο πολιτισμός ως αυτόνομη οντότητα είναι για εμένα ο λόγος ύπαρξής μου…
Όμως μέσα σε όλη την έκταση της ερευνάς μου αυτής, η οποία βλέπω ότι δίνει συνέχεια αποτελέσματα, και τα οποία επικροτούν πολλοί φίλοι: ο Διζικιρίκης, ο Παπαζήσης, ο Παπαδάκης και πολλοί άλλοι, εκτός από όσους έχω αναφέρει, με προεξάρχοντα πάντοτε τον Βεργόπουλο, αναδεικνύεται με κρίσιμο χαρακτήρα η σχέση της Κριτικής θεωρίας με την πράξη. Μετά από αρκετές συζητήσεις με τον Μαρκή, τη σύνταξη της μελέτης μου για τις Εκλεκτικές συγγένειες του Γκαίτε13 (που θα δημοσιευτεί αργότερα), η οποία είναι αυστηρή και αρκετά ρεαλιστική, σύμφωνα με το πνεύμα αυτού του ιστορικού βιβλίου του Γκαίτε, καταλήγω σε μια νέα θεωρητικοποίηση της σχέσης της Κριτικής θεωρίας με την πράξη. Εν τω μεταξύ όλες αυτές οι θεωρητικοποιήσεις συγχρόνως με οδηγούν στην ανάγκη πλέον της μετακριτικής. Έτσι ξαναγυρνώντας στη μετακριτική της Αρνητικής διαλεκτικής14 του Αντόρνο, προσπαθώ να ανασυγκροτήσω το όλο μοντέλο. Όμως φαίνεται ανυπέρβλητη η αντινομία: Μετακριτική ή φιλοσοφία της πράξης15; Αυτή η αντινομία, όπως την ονόμασα, του μοντερνισμού, και υπό την επήρεια και μερικών κειμένων του H. Lefebvre16, με οδηγεί σε ένα διπλό συμπέρασμα:
α) Διατηρούμε στο όλο θεωρητικό μοντέλο μας τις αντιθέσεις, ακόμη και τις αντινομίες, και τη θεωρητικοποίησή τους ως τέτοιες.
Και β) Θα μπορέσουν να ξεπεραστούν αυτές οι αντιθέσεις μόνο δια της πράξης, γκραμσιανά σκεπτόμενος και πάντα μη ξεχνώντας την 11 θέση του Μαρξ για τον Φόϋερμπαχ.
Έτσι συγκροτείται η Νέα κριτική θεωρία και πράξη, πάντοτε σκλαβική, δηλαδή πάντοτε τραγική και μοντέρνα-μοντερνιστική, με καθαρότητα πνεύματος, μεθοδολογική αυστηρότητα κ.τ.λ. Και έτσι μπαίνουμε στο πεδίο των συνεχών νέων και δημιουργικών θεωρητικοποιήσων, σε μια εποχή που πλέον η αποστράτευση του υποκειμένου έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Συγχρόνως οι παλιοί φίλοι αρχίζουν να εγκαταλείπουν τον μάταιο αυτό κόσμο, ενώ οι νέοι δεν είναι τόσο αποφασιστικοί…
ΙΙ
Η σύγχρονη Κριτική θεωρία ως Νέα κριτική θεωρία και πράξη.
Αν και είναι δύσκολο να δώσουμε ακόμη και μια περίληψη της έρευνας μας που ακολούθησε, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα περίγραμμά της, με πανταχού παρούσα πλέον την πράξη.
Οι συζητήσεις για την αριστερά, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ σιγά-σιγά ατονούν. Με το που ολοκληρώνω το κείμενο «Μετακριτική ή φιλοσοφία της πράξης…» και την πρώτη εκδοχή του κειμένου για την κριτική διεπιστημονικότητα, δεν μου μένει παρά μόνο το πεδίο της έρευνας της μοντέρνας τέχνης, της ιστορίας της θεωρίας και της αισθητικής.
Έτσι μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία μετά από μια διάλεξη για τον Στέρη17, ολοκληρώνω σχετικά γρήγορα την όλη μελέτη μου, για τον εν πολλοίς άγνωστο αυτό καλλιτέχνη της πρωτοπορίας του μεσοπολέμου.
Στη συνέχεια η έννοια της καινοτομίας και της ποιότητας αποκτούν νέες διαστάσεις και ακόμη και κύριες, όπως και η δημιουργικότητα.
Συνεχής και συστηματική πλέον αναζήτηση στον πολιτισμικό σε συνδυασμό με τη συστηματική έρευνά μου για την παγκοσμιοποίηση.
Ο σεζανικός αντιθετικός μοντερνισμός του Στέρη υποβοηθά την έρευνα και σε αυτά τα νέα πεδία, αλλά ωθεί και προτρέπει προς τη συνειδητοποίηση της σύγχρονης κατάστασης: ο μοντέρνος κόσμος είναι ένας δομικά βαθύτατα αντινομικός κόσμος. Το ίδιο και ο πολιτισμός, όσο ενωποιητικός, με την έννοια του Γκράμσι και αν είναι. Το οργανικό στοιχείο18 (ή τα οργανικά στοιχεία) του πολιτισμού, όσο σημαντικά και αν είναι, παρέμειναν πάντοτε μειοψηφικά, δευτερεύοντα, περιθωριακά. Ο ηρωικός αγώνας της ιστορικής και νεώτερης πρωτοπορίας δεν κατόρθωσε να ενωποιήσει ηγεμονικά και πρωτοπόρα τον πολιτισμό. Και με την παγκοσμιοποίηση οι όποιες ωσμώσεις δημιουργήθηκαν, πολιτισμικές ή άλλες, παρέμειναν πάντα περιθωριακές. Παρόλα αυτά επισημαίνω πάντοτε τη σημασία του πολιτισμικού, του αυτόνομου πλέον πολιτισμικού, ως αποκρυστάλλωση της γενικότερης ιστορικής κίνησης.
Από την άλλη, τα ανταγωνιστικά στοιχεία του συστήματος και του πολιτισμού παραμένουν πάντοτε τα κυρίαρχα, ωθώντας διαρκώς προς τον εκβαρβαρισμό του συστήματος, του πολιτισμού, του ανθρώπου.
ΙΙΙ
Στη συνέχεια περιπλανώμενος βασικά μόνος βιώνω τις περιπέτειες του πολιτισμού, για να παραφράσω τον Μ. Μερλώ – Ποντύ. Μόνος σημαίνει ακόμη και υπαρξιακά μόνος. Έχω όμως γίνει γνωστός και αναγνωρισμένος-αναγνωρίσιμος με το ιδεολογικό και θεωρητικό στίγμα μου στο χώρο του σύγχρονου καλλιτεχνικού, θεωρητικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι. Έτσι με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αλλά συγχρόνως και με άκρα αγωνία πορεύομαι ερευνητικά και επιστημονικά μόνος, μέχρι που αποφασίζω να ενεργοποιήσω στο δημόσιο χώρο το Εργαστήριο Καλλιτεχνικής και Πολιτισμικής Παιδείας, που είχα ιδρύσει στο Παν/μίο Αιγαίου. Σε κάθε περίπτωση η μια διάλεξη ή εισήγηση μου διαδέχεται την άλλη, το ίδιο και οι δημοσιεύσεις μου. Θέματα: Κριτική της παγκοσμιοποίησης, Νέα ανθρωπολογία, τέχνη, κουλτούρα, πολιτισμός. Η κοινωνία; Δυστυχώς απούσα, απελπιστικά απούσα όπως και η πραγματική ριζοσπαστική ιδεολογία.
Μετά τον Στέρη19 και τη δεύτερη έκδοση του Τζιακομέττι20, κάνω μια συγκεντρωτική και αναθεωρημένη έκδοση των κειμένων αυτών και του Σκλάβου, με τον τίτλο, Η κριτική θεωρία της μοντέρνας τέχνη21.
Έχουν προηγηθεί οι νέες έρευνές μου από το πρώτο εξάμηνο της διδασκαλίας μου στο Παν/μίο Αιγαίου: Η ευρηματικότητα και η καινοτομία στη μοντέρνα τέχνη, Σεζάν, Χαλεπάς, Ανθρωπολογία και τέχνη. Σύγχρονη πολιτισμική θεωρία, κ.α. Η συστηματική προσέγγισή μου της ιστορίας και της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης από το 1850 και εδώ στα πλαίσια του προγράμματος της εξομοίωσης των πτυχίων των δασκάλων και των νηπιαγωγών (ΕΠΕΑΕΚ), η οποία μας δημιουργεί μια συγκροτημένη, συνεκτική και εποπτική πλέον θεώρηση της μοντέρνας τέχνης στο γίγνεσθαί της. Από την άλλη το μάθημα μας στη Σύρο, στα πλαίσια του ιδίου προγράμματος κοινωνιολογίας της κουλτούρας, με αναφορά τον Γκράμσι, τον Μαρκούζε, τον Λεφέβρ και τον Γκολντμάν, αναδεικνύει τη μοναδική σχέση του ιστορικού πολιτισμού που διασώζεται ακόμη, απέναντι στην παγκοσμιοποίηση3*. Ο αγώνας, θεωρητικός και πρακτικός, κατά της αλλοτρίωσης, που είχα αναδείξει εμφατικά με μια εισήγησή μου, με τίτλο, «Ο σοσιαλισμός ως διαδικασία και ως ρήξη» στο συνέδριο στα Χανιά 1988 και με κρίσιμες παρεμβάσεις μου στο ίδιο συνέδριο, είναι ο κεντρικός άξονας της όλης αναζήτησής μου. Συγχρόνως αναδεικνύω τη διαδικασία, το προτσές της έρευνας μιας ζωής, για την πολιτική, την ιδεολογία και τον πολιτισμό σε πρωταρχικό: Ο πολιτισμός ως διαδικασία, και ως διαφυγή από την αλλοτρίωση της παγκοσμιοποίησης.
Η διαδικασία ως τέτοια, απέναντι στο σύστημα και ενάντιά του. Ως προϋπόθεση αποφυγής του συστήματος και αναζήτησης μιας κατά το δυνατό αυτόνομης ζωής, με αυτοσυνειδησία. Αυτό ήταν το κύριο πρόταγμά μου, το κύριο χαρακτηριστικό, που διέκρινε την όλη πορεία μου, ερευνητική, θεωρητική, επιστημονική, κοινωνική μέχρι τώρα. Μια βασικά καινοτόμα αντιδογματική θεωρητικοποίηση και πρακτική, που οδηγούσε και οδηγεί συνέχεια σε νέες θεωρητικοποιήσεις. Η κοινωνιολογία και η φιλοσοφία της τέχνης και του πολιτισμού, που επεξεργάζομαι και αναπτύσσω συνέχεια, γκραμσιανο-μαρκουζεϊκής πάντα έμπνευσης, φωτίζει κρυμμένες πτυχές του ιστορικού πολιτισμού, της πολιτισμικής κληρονομιάς, των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης αποκτούν όλη την κρυμμένη αξία τους, αλλά και το αντιστασιακό πολιτισμικό φορτίο που βγαίνει στην επιφάνεια. Μέχρι όμως που ξεσπά η κρίση του 2008 βαδίζουμε πάντοτε διακριτικά, με προφυλάξεις (précautions). Ο κόσμος δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι τότε την περιπέτεια του πολιτισμού. Οπότε δεν μας μένουν παρά μικρά και διακριτικά βήματα, μικρές αλλά συνεχείς παρεμβάσεις. Κάποιοι νεώτεροι ευαισθητοποιούνται, αλλά κανείς δεν ξυπνά από τον καταναλωτιστικό ψευτοαναπτυξιακό λήθαργο, που έντεχνα έχει δημιουργήσει το σύστημα. Καμία αναφορά πλέον στον σοσιαλισμό. Όλα έχουν μετατεθεί στην επιδιωκόμενη με κάθε αντίτιμο ανάπτυξη. Οι αντιθέσεις και οι αντινομίες του συστήματος υποκρύβονται έντεχνα. Η τοξικότητα του συστήματος επωάζεται και γιγαντώνεται «αναπτυξιακά», αλλά δεν αποκαλύπτεται, ούτε ακόμη λιγότερο καταγγέλλεται. Και μέσα σε αυτό το αποσυνθετικό περιβάλλον, τη μεγάλη κρίσιμη και αρνητική μετατροπή (chambardement) συνεχίζω να μιλώ για μοντερνισμό, για κουλτούρα, για δημιουργικότητα, για ποιότητα, για έρευνα, για καλλιέργεια, για πρωτοπορία. Η νέα προσέγγιση που αρχίζω για την παγκοσμιοποίηση με διαλέξεις και εισηγήσεις, και στη συνέχεια με κείμενα σοκάρει, ευαισθητοποιεί, αλλά δεν διαμορφώνει ένα νέο ριζοσπαστικό πνεύμα. Η περιπλάνηση στον πολιτισμό και στο πολιτισμικό γενικότερα συστηματικά συνεχίζεται, αλλά και εδώ
ακατανοησία. Μόνον με μερικούς παλιότερους αγωνιστές, διανοούμενους ή καλλιτέχνες μπορώ να επικοινωνήσω. Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη, σε διαρκή διάλογο με την ιστορική ιδεολογική προσέγγιση του κινήματος αναδεικνύει συνέχεια νέες θεωρητικοποιήσεις, διευρύνοντας συνέχεια το πεδίο της, χωρίς ιδεολογισμούς και χωρίς ψευτο-ιδεολιπτικές ολότητες. Κάθε θέμα έχει την ιδιαιτερότητα, την σημασία του κ.λπ. και όλες οι προσεγγίσεις μου συγκροτούν μια νέα θεωρητικοποίηση αυτόνομη, συγκεκριμένη, κριτική, δημιουργική, ανοιχτή.
Με την κρίση όμως του 2008 όλα αλλάζουν. Αποφασίζω να κινηθώ πιο αποφασιστικά πλέον, πάντοτε με κάποιες προφυλάξεις, καθόσον το σύστημα είναι άτεγκτο, και συγχρόνως να κινητοποιήσω όσους ζωντανούς (κατά τo appel aux vivants του Γκαρωντύ) έχουν απομείνει, και που μπορούν να σκεφτούν ακόμη έστω και στοιχειωδώς.
Στη συνέχεια με πρωτοβουλία πάντοτε του Εργαστηρίου μας οργανώνω συνέχεια στρογγυλά τραπέζια, διαλέξεις και ένα συνέδριο στο Αργοστόλι, με θέμα, «Ο πολιτισμός και η επικοινωνία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης». Το παγκόσμιο κίνημα της Altermondialisation υποχωρεί, αλλά εμφανίζεται το κίνημα των Αγανακτισμένων και των Πλατειών. Έτσι διαφοροποιώ και ριζοσπαστικοποιώ το λόγο μου.
Με το γενικό τίτλο, Νέα ανθρωπολογία και μοντέρνα τέχνη22, ξαναπιάνω τη μαρκουζεική ριζοσπαστική κριτική του συστήματος, και με τη βοήθεια της συγκροτημένης πλέον μελέτης μου της μοντέρνας τέχνης, την οποία εννοείται δε σταματώ, προσπαθώ να δημιουργήσω μια γενικότερη ευαισθητοποίηση, ξαναφέρνοντας στην επικαιρότητα το νεοανθρωπιστικό πρόταγμα του νεαρού Μαρξ. Αποτέλεσμα αυτής της εντατικής προσπάθειας των χρόνων της κρίσης ήταν μερικοί σημαντικοί συλλογικοί τόμοι23 και τα δύο ογκώδη βιβλία μου, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση24 και Η εποχή της καθορισμένης άρνησης25. Είναι δύσκολο να δοθεί το στίγμα αυτό της συστηματικής όσο και αγωνιώδους προσπάθειας, η οποία έληξε με τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ τις 15 Ιουνίου του 2015.
Η Νέα κριτική θεωρία και πράξη με την αναγκαστική συνταξιοδότησή μου λίγο αργότερα, ανασυγκροτείται και συνεχίζει με νέες μορφές πλέον:
- Σύγχρονη κριτική θεωρία
- Σκλάβος ΙΙ – Σκλάβος – Κριτική θεωρία. Κριτική θεωρία – Σκλάβος26 (Σκλάβος ΙΙΙ).
Η ολοκλήρωση τριών τόμων με δοκίμια Σύγχρονης κριτικής θεωρίας27: εμβάθυνε και συστηματοποίησε τη μελέτη της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, με βάση πάντα την Κριτική θεωρία, τον Λεφέβρ, τον Βανεγκέμ. Παράλληλα, κοινωνία-ιδεολογία-ιδεολογική κριτική-μοντέρνα και αφηρημένη τέχνη – το σύγχρονο τραγικό κοινωνικό – σύγχρονη αλλοτρίωση είναι τα θέματα, που με το σύγχρονο δοκιμιακό και πλέον μετακριτικό λόγο μου επανεξετάζονται, διερευνώνται και ανασυγκροτούνται συνέχεια με στόχο πάντοτε την κριτική κατανόηση και τη θεωρητική διαπέραση της κυριάρχησης. Η όλη θεωρητικοποίηση προσπαθεί πάντοτε να είναι συγκεκριμένη, ως σημαντική προσπάθεια εμμενούς και απελευθερωτικής διερεύνησης του σύγχρονου ολικά πραγμοποιημένου πραγματικού. «Πρέπει να επιμείνουμε», έλεγε και ξανάλεγε ο Σατλέ, δια της πράξης, της θεώρησης, συγκεκριμένα, άμεσα, συνεχώς…
Συγχρόνως επί κορωνοϊού έκανα μια νέα μελέτη, πιο συστητική και πάντοτε υπό την οπτική της μεθοδολογικής ολότητας του έργου του Σκλάβου, το μέγιστου αυτού καλλιτέχνη της ελληνικής και διεθνούς πρωτοπορίας. Προσπαθώ να διερευνήσω και ν’αποσαφηνίσω περισσότερο και συστηματικότερα μερικές κρίσιμες πτυχές του έργου και της ολικής αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής του, πάντοτε σε στενή συσχέτιση με τις κοινωνικές συνθήκες της μεταβατικής περιόδου του μονοπωλιακού προς τον ύστερο καπιταλισμό και τη νεοαλλοτρίωση που επέφερε και ανέδειξε σε σύστημα.
Στη συνέχεια ολοκληρώνω ένα νέο τόμο για τον Σκλάβο με υπότιτλο Σκλάβος-Κριτική θεωρία. Κριτική θεωρία-Σκλάβος, εργασία που κινείται σε δύο επίπεδα: Η μελέτη του έργου και γενικότερα του παραδείγματος του Σκλάβου, υπό την οπτική της επικαιροποιημένης σύγχρονης κριτικής θεωρίας, μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον ύστερο καπιταλισμό και στη συνέχεια τη μετάβασή του στον παγκοσμιοποιημένο.
Από την άλλη μας ωθεί προς συστηματική ανασυγκρότηση της Σύγχρονης κριτικής θεωρίας, υπό την οπτική πάντοτε της αναζήτησης της απελευθερωτικής πράξης, αλλά και τη βαθύτερη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητάς της: Της πράξης4*.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Είναι εξαιρετικά σημαντική και η αναφορά του Χάμπερμας στη διαρκή κρίση νοήματος που βιώνουμε μεταπολεμικά, σε συνδιασμό με τη βαθειά κρίση του συστήματος που διαρκώς μετασχηματίζεται, αποκτώντας νέες μορφές, με άμεσο αποτέλεσμα την αποδυνάμωση εκ των πιραγμάτων, εσωτερικά του κριτικού λόγου. Βλ. J. Habermas, Textes et contextes (Cerf). Παρόλα αυτά, αν θέλουμε να παραμείνουμε κριτικοί διανοούμενοι και θεωρητικοί πρέπει να αντισταθούμε, ν’αντιστεκόμαστε μέχρι τέλους και ν’ανασυγκροτούμε διαλεκτικά και στοχαστικά συνεχώς τον λόγο μας: Νέα κριτική θεωρία και πράξη. Βλ. και Ν. Tertilian, «Sur l’autonomie et l’hétéronomie de l’art», Revue d’ esthétique, 1976 2/3, σσ. 110-140.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Ο όρος νομεκλατούρα είναι νεώτερη της κριτικής αυτής του Γκολντμάν. Τη συστημική βέβαια κριτική της τη στήριξα στην τότε προφητική από πολλές απόψεις της κριτικής του Γκολντμάν της γραφειοκρατίας.
2*. Κριτική διεπιστημονικότητα. Με την εντατική τότε θεωρητική έρευνά μου από όταν αρχίζω να διδάσκω στο Πολυτεχνείο Κρήτης το χειμερινό εξάμηνο του 1989-90 φθάνω και σε μια άλλη, νέα πρωτότυπη όσο και σύνθετη θεωρητικοποίηση, στην κριτική διεπιστημονικότητα. Η ιδέα ήταν ότι δεν αρκεί η διεπιστημονική έρευνα, όπως την είχαν συλλάβει και αναπτύξει οι θεωρητικοί του Ινστιτούτου Κοινωνικών ερευνών της Φρανκφούρτης στις αρχές της δεκαετίας του 1930 για να φθάσουμε σε νέες και κριτικές πάντοτε θεωρητικοποιήσεις. (Βλ. ειδικότερα την έκδοση του Ινστιτούτου, Κοινωνιολογία, εκδ. Κριτικών και J. Habermas, Textes et contextes, Cerf, κεφ. 4, 7, 9, 10).
Εξάλλου είχα μελετήσει όλο το έργο των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης, οπότε ξεκινούσα από μια πολύ πιο προχωρημένη βάση. Με τη γνώση και της ιστορίας του κοινωνικού κινήματος και του κινήματος της μοντέρνας τέχνης που μεσολάβησε όλο αυτό το διάστημα η συνθετική – κριτική θεωρητικοποίηση των κοινωνικοποιήσεων της στις νέες συνθήκες κρίσης και προϊόν από-ιδεολογικοποίησης της αρχόμενης τότε παγκοσμιοποίησης όχι ακόμη έκδηλα, αλλά είχα συλλάβει τις βαθύτερες αποδομητικές τάσεις των πάντων, οδηγήθηκα στην εξαιρετικά σημαντική, όσο και κρίσιμη σύνθετη πλέον έννοια της κριτικής διεπιστημονικότητας. Η διαλεκτική γίνεται πλέον σύνθετη, αναλυόμενη σε επί μέρους δυαδικές κατά κανόνα σχέσεις: Κοινωνία – τέχνη, κοινωνία – κουλτούρα, κοινωνία – ιδεολογία, κ.τ.λ., πάντοτε αρχίζοντας από την κοινωνία και την διαλεκτική κίνησή της, και έτσι μπαίνουμε στην περίοδο της συνθετικής – πολύπλοκης θεωρίας, η οποία μας επέτρεψε να συλλάβουμε και να αναπτύξουμε στη συνέχεια τη θεωρητικοποίησή μας για την παγκοσμιοποίηση. Δυστυχώς πολλά κείμενά μας από την περίοδο αυτή έμειναν και λόγω της διδασκαλίας μου στη συνέχεια στο Παν/μιο Αιγαίου σε κατάσταση επεξεργασμένων σημειώσεων. Όμως το πιο κρίσιμο κείμενο, αυτό για την κριτική διεπιστημονικότητα, κατορθώνουμε να το ολοκληρώσουμε μετά από συστηματική εργασία αρκετών ετών και να το αναρτήσουμε στα blog μας.
Η βασική ιδέα είναι, πέραν από τις περιγραφικές αναλύσεις και παρουσιάσεις των διαφόρων επιμέρους θεματικών και διαλεκτικών, ότι, επειδή η κοινωνία μεταλλάσσεται διαρκώς, σύμφωνα και με την ιστορική θεωρητικοποίηση περί «Mutations» του G. Ballandier στο Anthropologie politique (PUF), μεταλλάσσονται και οι επί μέρους σχέσεις, διαλεκτικές, κ.α., και μάλιστα αλληλοδραστικά. Το ζητούμενο είναι με την παρέμβαση του συνειδητού – συνειδητοποιημένου ιστορικά υποκειμένου, η μεταλλαγή αυτή ν’αποκτήσει έναν ανθρωπιστικό – απελευθερωτικό χαρακτήρα…
3*. Οι φοιτητές ενθουσιασμένοι από το μάθημα και τις πρωτοπόρες πρακτικές και μεθοδολογίες που ακολουθήσαμε στο τέλος, αφού ολοκληρώθηκαν οι παρουσιάσεις των ατομικών εργασιών τους με πολύ μεγάλη επιτυχία, αποτέλεσμα του ολικού δοσίματος τους στο καθήκον της έρευνας και της μελέτης του πολιτισμού με κριτικό τρόπο, οργάνωσαν μια γιορτή με ελληνικά παραδοσιακά εδέσματα. Συγκινητικό.
4*. Με το παρών, όπως και με διάφορα άλλα μικρά κείμενά μας προσπαθούμε να δώσουμε ένα πανόραμα των όλων ερευνών μας, αλλά όπως είναι ευνόητο αυτές, λόγω της έκτασης και της πολυπλοκότητάς τους δεν μπορούν να αποδοθούν εύκολα. Για τον λόγο αυτό βλ. ειδικότερα το βιβλίο μας Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. ΙΙ, στο οποίο υπάρχει μεταξύ άλλων και η πολύ σημαντική νέα θεωρία μας των μικροδομών.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εκδ. Praxis.
2. Εκδ. Privat. Η έκδοση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, καθόσον δεν βρήκαμε συνεργάτες.
3. Βλ. Β. Φιοραβάντες, Τζιακομέττι, Παπαζήσης, 2η εκδ.
4. Ib.σημ. 1
5. Το εκτεταμένο κείμενο αυτής της πρωτότυπης έρευνάς μας δημοσιεύτηκε στη συνέχεια στο βιβλίο μας Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. Ι.
6. Βλ. Ib.
7. Ib.
8. Ib.
9. Ib.
10. Ib.
11. Ib.
12. Βλ. το βιβλίο μας, Κοινωνική θεωρία και αισθητική, Αρμός.
13. Βλ. Ib. Σημ. 5.
14. Εκδ. Payot.
15. Βλ. Ib.σημ. 5.
16. Βλ. H. Lefebvre, Η εποχή της άρνησης, Ύψιλον/βιβλία.
17. Εκδ. Αρμός.
18. Βλ. Α. Ο Γκράμσι, Η οργάνωση της κουλτούρας, Στοχαστής.
19. Εκδ. Αρμός.
20. Ib. σημ. 2.
21. Εκδ. Επίκεντρο.
22. Εκδ. Ζήτη.
23. Τέχνη, πολιτισμός, παγκοσμιοποίηση, Παπαζήσης, 2 τ., 1.000 σελ. περίπου, Κριτική της τέχνης – κριτική της παγκοσμιοποίησης, Νησίδες, 160 σελ., Νέα ανθρωπολογία και μοντέρνα τέχνη, Ζήτη, 460 σελ., Προς τη Νέα ανθρωπολογία, Αρμός, 360 σελ.
24. Εκδ. Ζήτη.
25. Εκδ. Αρμός.
26. Έτσι ολοκληρώνω μια τρίτομη νέα έκδοση για τον Σκλάβο.
27. Υπό έκδοση σε τρεις τόμους.
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΣΤΟ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟ
Προσέγγιση – θεωρητικοποίηση πάντοτε συγκεκριμένη, από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, και όχι αντίστροφα. Προσέγγιση, αλλά πάντοτε κριτική του συγκεκριμένου, του αλλοτριωμένου πραγματικού, με στόχο το ξεπέρασμά του.
Προσέγγιση του πραγματικού στην παγκοσμιοποίηση σημαίνει και προϋποθέτει τη γνώση και τη μελέτη της πορείας της κοινωνίας προς την παγκοσμιοποίηση, αρχίζοντας από την μετατροπή του καπιταλισμού σε μονοπωλιακό – ιμπεριαλιστικό, με αιχμή την τεϋλοροποίηση – φορντοποίηση της παραγωγής και κατ’ επέκταση γενικότερα της κοινωνίας. Στην ίδια περίοδο (αρχές του ΧΧου αι.) αρχίζει και η σύμφυτη διαδικασία ορθολογικοποίησης του συστήματος, και συγχρόνως αυτονόμησής του. Οι διαδικασίες αυτές με τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού στον ύστερο ή στον νεοκαπιταλισμό ανασυγκροτήθηκαν, εντάθηκαν, επεκτάθηκαν και ουσιαστικά άλλαξαν όλη την κοινωνία: Επιβλήθηκαν, ακόμη περισσότερο, ολοκληρωτικά στην κοινωνία. Το σύστημα αυτονομήθηκε, έγινε η νέα κυρίαρχη κατάσταση, με αποτέλεσμα να αποικιοποιηθεί ο βιωμένος κόσμος, και σε κάθε περίπτωση να χάσει εντελώς την αυτονομία του. Ο άνθρωπος έπαψε να είναι πλέον άνθρωπος από την περίφημη ανάπτυξη, δηλαδή αυτή την ολική δομική μετατροπή – μετασχηματισμό, και έγινε τμήμα, εξάρτημα της κυριάρχησης. Η διαδικασία αυτή με το νεοτεϋλορισμό που εμφανίστηκε με αιχμή τη νέα τεχνολογία από το 1980 και εδώ, επεκτάθηκε και, από όταν εμφανίστηκε και κυριάρχησε η παγκοσμιοποίηση χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις, έγινε η νέα κυρίαρχη κατάσταση.
Στα πρώτα χρόνια του ΧΧου αι. η εξέγερση ενάντια στη μετατροπή της οικονομίας στο μονοπωλιακό καπιταλισμό έφθασε ακόμη και σε επαναστάσεις σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ακόμη και στην ΕΣΣΔ, σε αντίθεση με την άκριτη - υποτίθεται - υποστήριξη στον αναπτυξιακό υποτίθεται τεϋλορισμό από τον Λένιν. Το ίδιο και μεταπολεμικά μια σειρά άγριων απεργιών προσπάθησαν να σταματήσουν την επέλαση της δομικής αλλαγής του συστήματος προς την απο-ανθρωποίηση.
Συγχρόνως σε όλη τη διάρκεια του ΧΧου αι. η μοντέρνα και πρωτοπόρα τέχνη πάλεψε να δημιουργήσει έστω σε επίπεδο μορφών μια χειραφετημένη κοινωνία.
Οι μοντέρνοι και πρωτοπόροι καλλιτέχνες, ζώντας και εργαζόμενοι στο περιθώριο του συστήματος, δημιούργησαν έναν άλλο κόσμο σε αντιπαράθεση, αντεστραμμένα σε σχέση με τον κυρίαρχο κόσμο αξιών, αρχών κ.τ.λ. Μέχρι που άρχισε η προϊούσα ενσωμάτωση από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η ρήξη ήταν πλήρης, ο αγώνας ολικός. Στη συνέχεια διασπάται το κίνημα της μοντέρνας τέχνης: Η μία τάση παραμένει μοντέρνα και ρηξικέλευθη μέχρι τέλος, έστω και με μερικές διαφοροποιήσεις, επικεντρωμένη πάντα στον αγώνα για απελευθέρωση της(-ων) μορφής(-ών), ενώ η άλλη, αρχίζοντας από τον Νουβώ ρεαλίσμ, προσαρμόζεται στο ρεύμα και επαναφέρει – ανασκευάζει το αντικείμενο, και σε κάθε περίπτωση στη μια ή την άλλη μορφή το διατηρεί.
Η σύγχρονη τέχνη στη συνέχεια συνεχίζει έναν πολύμορφο αγώνα μέσα από τις μορφές του μινιμαλισμού, της Arte pauvera και γενικότερα της Art conceptuel, αλλά ο ριζικός – ριζοσπαστικός αγώνας έχει τελειώσει.
Στην παγκοσμιοποίηση η αναζήτηση της ελάχιστα διασωζώμενης αυθεντικότητας και η μετα-αισθητική της μοντέρνας τέχνης παραμένει η μόνη διέξοδος για την τέχνη και τη σκέψη, ενώ η επανανθρωποποίηση του ανθρώπου, σύμφωνα με το νεομαρξικό πρόταγμα, παραμένει πάντα το μεγάλο ζητούμενο.
Παγκοσμιοποίηση σημαίνει πλήρης κυριαρχία της αλλοτρίωσης, της πραγμοποίησης και της ορθολογικοποίησης. Παρόλα αυτά, μέσω των διαταραχών που επιφέρει στο σύστημα το ακόμη υπαρκτό κοινωνικό κίνημα και η πάντοτε υπαρκτή η εγγενής πολιτισμική αυτονομία, είναι δυνατό να αρθρωθεί ένα νέο μοντέρνο σχέδιο, κοινωνικό, πολιτισμικό, ιδεολογικό, με επίκεντρο την αναζήτηση της ανθρώπινης απελευθέρωσης…
Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ
ΣΚΛΑΒΟΣ: ΤΟ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΦΑΙΡΕΣΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Η αφαίρεση ως ρεύμα μέχρι περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έχει έναν βασικό χαρακτηριστικό-προσδιορισμό: Αναζήτηση με κάθε αντίτιμο της απελευθέρωσης και της χειραφέτησης από το αλλοτριωμένο πραγματικό. Το πραγματικό ως τέτοιο δεν έχει καμία απολύτως αξία. Μόνον η άρνησή του έχει νόημα, και ως εκ τούτου το ξεπέρασμά του: Το πραγματικό ως τέτοιο είναι απόλυτα αναγκαίο να ξεπεραστεί. Εξάλλου υπάρχει η τάση αυτή στην πρωτοπορία προς το ξεπέρασμα, η πίστη ή, τουλάχιστον, η προσδοκία ξεπεράσματός του. Από την κρίση του 1973 όμως και μετά τα πάντα έρχονται τα πάνω-κάτω. Χάνεται από τον ορίζοντα της ιστορίας (για να παραφράσω τον Μαρκούζε) η προσδοκία ριζικής αλλαγής της κοινωνίας και προέχει πλέον η εναγώνεια, όσο και δύσκολη προσπάθεια επιβίωσης. Έτσι ο ιδεολογικός αγώνας (όπως και ο αισθητικός) μετατρέπεται σε αγώνα οπιστοφυλακής, αναζήτησης δυνατοτήτων σωτηρίας, αναζήτησης κάποιων κρυφών ίσως δυνατοτήτων του πραγματικού για στήριγμα. Εξού και η διάχυτη τάση προς τον νουβώ ρεαλίσμ στις εικαστικές τέχνες, που έχει αρχίσει από τη δεκαετία του 1960, ενώ η προσπάθεια της πρωτοπορίας για διανοητικοποίηση (conceptualisation) του πραγματικού (art conceptuel) όσο ευρηματική και αν είναι, δεν παύει να είναι περισσότερο μια πολύμορφη μεν ευρηματική έξυπνων και καινοτόμων μορφών, αλλά μοιάζει περισσότερο με μια διαρκή ευφυή άσκηση του στυλ, παρά σαν μια ανατρεπτική ή τουλάχιστον κριτική αισθητική δημιουργία νέων μορφών.
Έτσι το αντιστασιακό βάρος της μοντέρνας τέχνης υποχωρεί, περιορίζεται, χάνεται από τον ορίζοντα της ιστορικής και νεώτερης μοντέρνας και αφηρημένης τέχνης, και ιδίως τη ριζοσπαστικής, όπως θα έλεγε ο Αντόρνο, πτέρυγάς της. Ο αγώνας της πρωτοπορίας συνεχίζεται μεν, γίνεται πολύμορφος, αλλά χάνει την αποφασιστικότητά του, τον κρυμμένο ή φανερό σκοπό (τέλος) του. Την πολυπόθητη απελευθερωτική τελικότητα των προηγούμενων μεγάλων, των ιστορικών περιόδων της πρωτοπορίας.
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ – ΣΚΛΑΒΟΣ – ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
Ο ελληνικός μοντερνισμός είναι ιδιότυπος, ιδιόμορφος. Μοντερνισμός μεν και μάλιστα γαλλικής κυρίως έμπνευσης, προέλευσης στην πρώτη περίοδο του (1850-1920), αλλά όπως κάθε μοντερνισμός έχει τις ιστορικές ιδιομορφίες του. Στην προκειμένη περίπτωση δυο ήταν οι βασικές προελεύσεις του. Η μια μάλλον καθολική: Η επίδραση, ο διάλογος με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που στην περίπτωση ειδικότερα του μεγάλου κριτικού τέχνης Ζερβού, έξοχου και πρωτοπόρου μελετητή του Πικάσο και του μοντερνισμού γενικότερα (όχι μόνο του γαλλικού), η αναφορά, ο προσδιορισμός σε σχέση με τον αρχαίο πολιτισμό, μέσω και του βαθειού ουμανισμού της πρώϊμης Αναγέννησης και ειδικότερα του βαθειού ουμανισμού του νεοπλατωνικού Μ. Ψελλού, ήταν αξεπέραστη.
Η άλλη τάση αρχικά προέρχεται από την επίδραση του γαλλικού μοντερνισμού του Μπωντλαίρ, του Μαλλερμέ, του Λωτρεαμόν, του Παρνασσισμού κ.τ.λ. στον Καβάφη και μέσω αυτού στον Κεφαλληνό, που στην πορεία ριζοσπαστικοποιείται και αυτονομείται με ρητό τρόπο προς το νέο και απελευθερωτικό από τις νόρμες και την παράδοση μοντερνισμό. Και σε αυτή την τάση ανήκει και ο Ζερβός, με κύρια αναφορά και των δύο η Αλεξάνδρεια που πάει, για να παραφράσω τον Καβάφη, αλλά μπαίνει στο μοντέρνο-μοντερνιστικό, με την έννοια του Γκρήνμπεργκ, πλέον μεγάλο, ιστορικό, αισθητικό και κοινωνικό, ιδεολογικό ρεύμα1*.
Το ρεύμα αυτό με ιστορική πάντα ρίζωση την Αλεξάνδρεια, και παρά την πολύ ακραία θεωρητικοποίηση του Αντόρνο στην Αισθητική θεωρία1 ενάντια στη θεωρία των ριζών, αλλά με ιστορικογενετικό τρόπο, σύμφωνα με τη θεωρητικοποίηση του Γκολντμάν, φθάνει μέχρι τη δεκαετία του 1950 και 60 στο Παρίσι κυρίως στον κύκλο του Ζερβού, ο οποίος γίνεται πλέον διεθνής, σύμφωνα με το γενικότερο (διεθνιστικό) μεταπολεμικό πνεύμα. Σε αυτόν τον κύκλο μοντέρνων ιδεών, αντιλήψεων ξεριζoμένων και απάτριδων, ουσιαστικά, διεθνών – κοσμοπολιτών καλλιτεχνών της πρωτοπορίας, ο νεαρός Σκλάβος, και υπό την επήρεια της διδασκαλίας και της μοναδικής προσωπικότητας του Κεφαλληνού, με ρίζα και από τον κεφαλονίτικο ριζοσπαστισμό, αυτονομείται, απογειώνεται και μάλιστα ξεπερνά την επίδραση των Τόμπρου-Ζαντκίν. Από το 1959 όμως και μετά η όλη του απεγνωσμένη απελευθερωτική προσπάθεια με την ορμή, την τόλμη (audace) που έχει, είναι συγχρόνως ένα πήδημα στο κενό. Οι αναφορές του προοδευτικά στους μεγάλους δασκάλους, ακόμη και στον Ζερβό, εξαντλούνται, μετατίθενται σε δεύτερο, σε τρίτο και ίσως και σε απώτερο επίπεδο. Από ένα δε σημείο και μετά μάλιστα εκλείπουν. Η όλη απελευθερωτική προσπάθεια είναι συγχρόνως μια εναγώνεια και τραγική προσπάθεια μέσα σε έναν κόσμο που αρχίζει να αποστρέφεται την πνευματικότητα και την πρωτοπορία. Η ordre (τάξη) αποκαθίσταται προοδευτικά και γίνεται κατεστημένη ιδεολογικοπολιτική και όχι μόνον τάξη. Ο Σκλάβος όμως δεν επηρεάζεται άμεσα. Συνεχίζει με την ίδια πάντοτε ορμή το μοναχικό πρωτοπόρο, καινοτόμο, μοντέρνο δρόμο του, ανοίγοντας μάλιστα και πρωτόγνωρα πεδία ερευνών και αναζητήσεων. Σε κάθε περίπτωση ξεπερνά τη μέχρι τότε γνωστή αφαίρεση προς μια ρηξικέλευθη αφαίρεση χωρίς τέλος. Από την άποψη αυτή η Κριτική θεωρία που προσπαθούσε και αυτή εναγώνεια την ίδια εποχή να ανατάμνει την πρόσληψη του κόσμου, να αφυπνίσει συνειδήσεις, ακόμη και να ριζοσπαστικοποιήσει κοινωνικές πρακτικές έχει πολλά να διδαχθεί από το έξοχο όσο και μοναδικό αισθητικό και κοινωνικό παράδειγμα του Σκλάβου και του έργου του. Του Σκλάβου ως αντιστεκόμενη μονάδα πρωτοπόρου μοντέρνου καλλιτέχνη, και ιδίως γλύπτη και του παραδειγματικού έργου του.
Κατά τον Γκολντμάν έχουν καθοριστικό πάντοτε ρόλο οι τάσεις (le courants), τα ρεύματα για τη διαμόρφωση των θεωρήσεων του κόσμου, και κατ’επέκταση των αισθητικών ρευμάτων στο εσωτερικό πάντοτε αυτών των γενικότερων τάσεων, ακόμη και του έργου ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη, και στην προκειμένη περίπτωση του Σκλάβου, όσο σημαντικό, μοναδικό, ιδιαίτερο και αν αυτό είναι. Από την άποψη αυτή, έχει σημασία να συλληφθεί η όλη ιστορικογενετική κίνηση. Από την Κεφαλονιά του ριζοσπαστισμού και της Αντίστασης στην Αλεξάνδρεια (με πολύ ισχυρή και ανθηρή κεφαλονίτικη παροικία, και σε κάθε περίπτωση ισχυρό-διακεκριμένο περιφερειακό κέντρο ανάπτυξης, οικονομικής και πολιτισμικής, στη συνέχεια και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ανοιχτή στον έξω κόσμο και ιδίως με επαφές με τις πρωτοπόρες αισθητικές κινήσεις του Παρισιού), και από την Αλεξάνδρεια στο Παρίσι, στην πρωτεύουσα μεταπολεμικά της διεθνούς πρωτοπορίας και με ευθεία επίδραση στο νέο ανερχόμενο κέντρο της πρωτοπορίας στη Ν. Υόρκη. Και αυτή η κίνηση ισχύει για τον Ζερβό, με ισχυρή επίδραση και απο το ισχυρό σοσιαλισιτκό κίνημα της Μασσαλίας του μεσοπολέμου, τον Κεφαλληνό (μέσω της Ζακύνθου με άμεσα δάνεια και από τον ιταλικό διαφωτισμό και από το Βελγιο του ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος του μεσοπολέμου) και τον Σκλάβο με κίνηση από την Κεφαλονιά στο Παρίσι μέσω Αθήνας, αλλά μπολιασμένη με το μοντέρνο και απελευθερωτικό πνεύμα του Κεφαλληνού, ο οποίος έχει φέρει στην Αθήνα και στοιχεία του νεώτερου βελγικού και γαλλικού μοντερνισμού, από τις εκεί σπουδές του.
Έτσι το Παρίσι γίνεται ο τόπος της μοντέρνας και αφηρημένης αισθητικής καμπής του Σκλάβου, πάντα σε διάλογο και με την αρχαία Ελλάδα, μέσω και της Αλεξανδρινής ανάγνωσης – επίδρασης, αλλά βέβαια όχι μόνον.
Όσον αφορά τον ελληνικό και τον διεθνή μοντερνισμό προσθέτουμε και την εισφορά του Στέρη, Κεφαλονίτη ζωγράφου της πρωτοπορίας στον μεσοπόλεμο, ο οποίος κινείται στο πνεύμα της Σχολής του Ζερβού, μέχρι που φεύγει στην Αμερική (όπου εκεί δυστυχώς απομακρύνεται από τον ιστορικό μοντερνισμό) και τον Στάμο, Λευκαδίτη ζωγράφο που γεννήθηκε στην Αμερική, με διαρκή την ελληνική επίδραση, αλλά και την αρχαιοελληνική, την εναγώνια αναζήτηση του οργανικού, του αυθεντικού κ.α., όπως ζητούσε ο Ζερβός, σε διαρκή επαφή μαζί του, έμμεσα μέσω της γενικότερης επίδρασης του Ζερβού και του Cahiers d’Art διεθνώς, ακόμη και στην Ν. Υόρκη, αλλά και άμεσα, πηγαίνοντας πολύ συχνά και ο ίδιος στο Παρίσι για να είναι σε ζωντανή επαφή με τον Ζερβό στην αρχή της μοντέρνας και της αφηρημένης και αυτός καμπής του. Έτσι σχηματίστηκε μια ιδιόμορφη, ελληνικής προέλευσης και αρχαιοελληνικής πάντοτε αναφοράς, μοντέρνα τάση, με επίκεντρο και αναφορά τον Ζερβό, αλλά πλήν όμως ο Σκλάβος προσπάθησε να φθάσει αυτήν την τάση (την αισθητική επανάσταση θα λέγαμε καλύτερα) μέχρι το τέλος, για να θυμηθούμε και τον Μαρξ, παραφράζοντας το πασίγνωστο απόσπασμά του από την Γερμανική ιδεολογία2. Πόσο έφθασε στο τέλος και σε ποιο τέλος ο Σκλάβος2* δεν ξέρουμε λόγω του πρόωρου θανάτου του. Όμως φαίνεται ότι έφθασε σε κάποιο τέλος.
Συγχρόνως ο Στάμος όταν επέστρεψε στην Λευκάδα μετά την περιπέτειά του με τον Ρόθκο, και όταν ο Αμερικάνικος αφηρημένος εξπρεσιονισμός είχε τελειώσει άρχισε μια νέα αφηρημένη εξπρεσιονιστική τάση, παραμένοντας πάντοτε μέσα στο πνεύμα του Αμερικάνικου αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Την τάση προς τη δημιουργία του πεδίου, όπως το αποκαλούσε (field) με μια σειρά αφηρημένων πινάκων (περίπου 15) που έχουν εκτεθεί στην Αθήνα, καθόλα μοναδικών.
Από μια ορισμένη άποψη, με βάση τη ιστορία της χώρας μας, αναφορά στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, και με βάση τα επιτεύγματα και τα προτάγματα του αισθητικού και μορφικού μοντερνισμού, η ομάδα αυτή συνιστά μια εμφατική εκδοχή του τραγικού ελληνικού μοντερνισμού3, αν λάβουμε ακόμη υπόψη και τους Κοντόπουλο, Σαραφιανό4, κ.α., αλλά ο Σκλάβος από ότι φαίνεται, παρά το γεγονός ότι δεν έζησε όσο θα έπρεπε για να ολοκληρώσει ενδεχομένως την επανάστασή του ή να αρχίσει μια άλλη, όπως ο Στάμος5, έφθασε σε κάποια όρια, υπαρξιακά, αισθητικά, μορφολογικά, ιδεολογικά. Και σε κάθε περίπτωση το γενικότερο συμπέρασμα που βγαίνει από την καθόλα τραγική περιπέτειά του Σκλάβου, και την εξίσου τραγική τέχνη του, είναι ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να ξεφύγει ο άνθρωπος από την αλλοτρίωση χωρίς κριτική προσπάθεια και ρηξικέλευθη διαρκώς πρωτοπόρα δημιουργία σε όλα τα επίπεδα, η τέχνη με τη ζωή αποτελώντας μια ενιαία διαλεκτική οντότητα. Ανεκπλήρωτος στόχος μεν, με έντονο πάντοτε το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, όπως έλεγε πάντοτε με καϋμό και ο Καλλιγάς, αλλά πάντα στόχος.
Χωρίς αυτόν, καταρρέει η μεταφυσική μαζί με το υποκείμενο, για να παραφράσουμε τον Αντόρνο.
Ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ: ΧΑΛΕΠΑΣ-ΣΚΛΑΒΟΣ
Ο ανθρωπισμός από την πρώιμη αναγέννηση μέχρι τον Κουρμπέ συγκροτείται μέσω της περισσότερο έντεχνης αισθητικοποίησης, λιγότερο της αναπαράστασης διαφόρων ανθρώπινων μορφών, σύμφωνα με τις ειδικότερες τάσεις της κάθε εποχής. Ήταν δηλαδή ανθρωπομορφικός.
Από τον Κουρμπέ, και ειδικότερα από τις αρχές του ΧΧου αι., αλλάζει η κατάσταση. Η τέχνη μπαίνει στην περίοδο της απο-εικονοποίησης, της απο-αναπαράστασης μέχρι και στην καθαρή-λιγότερο ή περισσότερο-αφαίρεση. Δηλαδή στην ολική κατάργηση της αναπαράστασης της ανθρώπινης μορφής και έτσι δημιουργείται η στοχαστική και η αναστοχαστική περίοδος της τέχνης, με αιχμή την αφαίρεση-αφαιρετικοποίηση των μορφών.
Και αυτή η περίοδος κρατά μέχρι το 1970-5. Μετά αλλάζουν τα δεδομένα ριζικά. Η τέχνη μεταστρέφεται σε μια λιγότερο ή περισσότερο νοηματική (conceptuelle) περίοδο, αλλά με αναφορά λιγότερο ή περισσότερο άμεση στο πραγματικό.
Όμως υπάρχει και ο μέγας Χαλεπάς, που μέσα πάντοτε στο ρεύμα του γερμανικού κλασικισμού-ρομαντισμού, παραμένει, φαινομενικά όσο μπορεί, πιστός στην αναπαράσταση διαφόρων μυθικών φιγούρων, ιστορικών καλλιτεχνικών προσώπων κ.α. Βελτιώνει πάντοτε τη μαρμαρογλυπτική του τέχνη και τεχνική. Η τέχνη του αναπτύσσεται, εξελίσσεται και μετεξελίσσεται συνέχεια, με μια εκπληκτική ευαισθησία. Αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως μόνιμα τραγικό πρόσωπο σε διαπάλη με τον εαυτό του, την ιστορία, την κοινωνία.
Ο ανθρωπισμός του είναι βαθύτατος, αλλά ανθρωπομορφικός. Και στο μοναδικό ανθρωπισμό της Κοιμωμένης του θα στηριχθεί ο Σκλάβος για την αφηρημένη ανθρωπιστική του γλυπτική, ως ιστορικός πάντοτε συνεχιστής του Χαλεπά, στις νέες και απάνθρωπες συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού, που απανθρωποιεί τον άνθρωπο μέσω της ολικής αλλοτρίωσης που παράγει, επιβάλλει και κάνει σύστημα.
Έτσι ο Σκλάβος γίνεται συνεχιστής και της ανθρωπόμορφης ανθρωπιστικής τάσης του κλασικισμού-ρομαντισμού, και του μεγάλου Χαλεπά ειδικότερα, όπως ήταν συνεχιστής της ριζοσπαστικής τάσης της αφηρημένης τέχνης των Μάλεβιτς, Καντίνσκυ, Κοντόπουλου κ.α., καθώς και της ιστορικής μοντέρνας γλυπτικής των Μπρανκούζι, Μοντιλιάνι, Ζαντκίν ακόμη και του Τζιακομέττι.
ΑΡΓΥΡΟΣ – ΧΑΛΕΠΑΣ – ΖΑΝΤΚΙΝ – ΣΚΛΑΒΟΣ
I
Η αυτονομημένη, ρομαντικής-γερμανικής προέλευσης, καλλιτεχνική υποκειμενικότητα του τέλους του 19ου-αρχών του ΧΧου αι. φθάνει στον Σκλάβο μέσω του Παρισιού.
Η ρομαντική Σχολή με τους Αργυρό, δάσκαλο του Μόραλη και άλλων καθηγητών της ΑΣΚΤ, Χαλεπά και κυρίως τον Ζαντκίν (που και αυτός επηρεάζεται από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, ρομαντικής προέλευσης), απελευθερώνουν τον Σκλάβο από το δυτικό ορθολογισμό και τον ωθούν στην πλήρη αυτονόμηση, ακόμη και στην πλήρη χειραφέτηση μέσω της προχωρημένης, της ριζοσπαστικής αφαίρεσης.
Ο Αργυρός φέρνει ένα πρωτόγνωρο πνεύμα ελευθερίας στην ΑΣΚΤ. Μαθητές του ο Κεφαλληνός, και ο Μόραλης, ο οποίος επηρεάζεται καθοριστικά από την ιστορική προσωπικότητα του Κεφαλληνού, ο οποίος με προέλευση από την Αλεξάνδρεια της κριτικής και της πρωτοπορίας, τις Βρυξέλλες και κυρίως το Παρίσι της πρωτοπορίας – αναφορά, μόλις εκλέγεται καθηγητής στην ΑΣΚΤ, η Σχολή αποκτά άλλη βαθμίδα. Μετατρέπεται ακόμη περισσότερο σε μήτρα του μοντερνισμού και της Αφαίρεσης στην Αθήνα της μεταπολεμικής βαθειάς κρίσης και αβεβαιότητας.
Παπαλουκάς, Μόραλης, Τόμπρος, με αναφορά τον Κεφαλληνό στη συνέχεια του Αργυρού, συνιστούν μια σπάνιας συνεκτικότητας και αισθητικής - ιδεολογικής συγκρότησης ομάδα καλλιτεχνών – καθηγητών της ΑΣΚΤ, και σε συνδιασμό με τους τότε μεγάλους έλληνες καλλιτέχνες της πρωτοπορίας και του Μοντερνισμού στην Αθήνα, Καπράλο, Ζογγολόπουλο, Γαΐτη, Κοντόπουλο, Μπουζιάνη κ.α., που λειτουργούν πιο αυτόνομα ως μη καθηγητές, αλλά όντας ήδη αναγνωρισμένοι πρωτοπόροι μοντέρνοι και αφηρημένοι καλλιτέχνες, επενεργούν άμεσα ή έμμεσα στη διαμόρφωση-αισθητική συγκρότηση του Σκλάβου. Και βέβαια καθοριστικό ρόλο παίζει και ο μοντέρνος γλύπτης – δάσκαλος πλέον στην ΑΣΚΤ - Τόμπρος, ο οποίος διδάσκει μοντέρνα γλυπτική σύμφωνα με τις αρχές της Σχολής του Παρισιού3*.
Συγχρόνως στο βάθος (arrière fond) υπάρχει πάντα ο μέγας Χαλεπάς, ο οποίος έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται (με έργο γερμανικής-νεορομαντικής-νεοκλασικής προέλευσης και έμπνευσης), που η αυτονόμησή του από την παράδοση, την παραστατικότητα, όπως λένε ο Καλλιγάς και ο Σπητέρης, δυστυχώς του είναι πολύ επώδυνη… Όλο το έργο του δεν είναι ακόμη ίσως ευρύτερα γνωστό ή αντιληπτό, αλλά η Κοιμωμένη έχει προκαλέσει τεράστια αίσθηση. Συζητιέται ευρύτερα και αναλύεται στην παραμικρή λεπτομέρειά της. Η όλη σύλληψή της ως σχήμα και ως μορφή είναι μοναδική στην ιστορία της τέχνης, και μόνο με μερικά έργα του Κανόβα μπορεί να συγκριθεί, αν και δεν είναι σίγουρο ότι ο Χαλεπάς γνώριζε αυτόν το μεγάλο νεολασικιστή και πρωτο-μοντέρνο γλύπτη του τέλους του 18ου αι. στη Βενετία.
Η Κοιμωμένη συγκλονίζει με την ευαισθησία της τους πάντες, καλλιτέχνες και μη, γίνεται με το βαθύτερο ανθρωπισμό της ένα έργο αναφορά, ένα έργο – σύμβολο ενός βαθειού - ιστορικού τότε – νέου ανθρωπισμού. Η πλήρης μελέτη-ανάλυση του έργου αυτού, αν και αναγκαία, δεν έχει γίνει ακόμη. Αλλά αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι με το μοναδικό ανθρωπισμό του επηρεάζει βαθύτατα τον Σκλάβο, ο οποίος ζώντας στο Παρίσι πλέον από κοντά τον ανθρωπισμό του Ζαντκίν, που και αυτός είναι επηρεασμένος από την μοντερνιστική γερμανική χειραφέτηση, εξπρεσιονιστικής κυρίως έμπνευσης – επίδρασης, προσπαθεί στη συνέχεια να ευαισθητοποιήσει τον κυβισμό και τον νεοκυβιστισμό εξπρεσιονίζοντάς τους, για να χρησιμοποιήσουμε έναν νεολογισμό. Μέσα σε αυτό το πνεύμα των εξπρεσιονίστων, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Καλλιγά, ο Σκλάβος συλλαμβάνει αρκετά χαλεπικά, αν μας επιτρέπεται η έκφραση, το μεγάλο, το ιστορικό πήδημά του προς την αφαίρεση, με το έργο του – αναφορά, Αρχή μιας εποχής.
Το έργο αυτό είναι μια αφηρημένη παραμόρφωση – μετάπλαση της Κοιμωμένης4*, χωρίς να την προδίδει. Αντίθετα, από μια ορισμένη άποψη, προχωρεί την πρωτομοντέρνα αισθητική επανάσταση του Χαλεπά και τη φθάνει στο τέλος της, για να θυμηθούμε και τον Μαρξ.
Από την άλλη, η όλη σύλληψη της αφαίρεσης από τον νεαρό συγκροτημένο – ολοκληρωμένο πλέον αφηρημένο γλύπτη της πρωτοπορείας Σκλάβο είναι ευρύτερη. Δεν περιορίζεται στην Χαλεπο-Ζαντκική επίδραση-σύνθεση, ούτε στους άλλους ιστορικούς δασκάλους του. Η επίδραση του Μάλεβιτς (που τότε στο Παρίσι ήταν πάλι στην επικαιρότητα από τη νέα πρωτοπορεία) και τον Καντίνσκυ (που είχε αναγνωριστεί ευρύτερα), και που οι δύο στον κύκλο του Ζερβού και ειδικότερα για την Βαλλιέ ήταν οι αφηρημένοι καλλιτέχνες-αναφορά, ήταν τέτοια, που πλέον ώθησαν τον Σκλάβο αναπόδραστα σε μια προχωρημένη, όπως έλεγε ο Conio, και ριζοσπαστική, με την έννοια του Αντόρνο, αφαίρεση κατά τρόπο αναπόδραστο, καθορισμένο, ολικό. Αλλά πάντα στην αρχή τουλάχιστον της καμπής του προς την αφαίρεση η αναφορά ήταν ο Χαλεπάς (: η μοναδική Κοιμωμένη).
Ο Σκλάβος, χειραφετημένος πλέον από τους ενδιασμούς του μεγάλου μοντέρνου και ανθρωπιστή κυβο-εξπρεσιονιστή Ζαντκίν, φθάνει σε μια αφαίρεση αυτόνομη και με δική της εσωτερική σύλληψη – συγκρότηση, αν και οι αναφορές του είναι πολλές στους μεγάλους καλλιτέχνες της πρωτοπορίας και ιδίως στον δάσκαλό του Ζαντκίν. Η αφαίρεση όμως του Σκλάβου έχει πλέον μια αυτόνομη ύπαρξη, ένα δικό της λόγο ύπαρξης (sa raison d' être).
Παρά την ολική προσωπική αισθητική συγκρότησή του, ο Σκλάβος είναι αναγκαίο να συλληφθεί το σύνθετο ακόμη και πολύπλοκο, αλλά ίσως και αντινομικό προϊόν της κίνησής του ως αφηρημένου πλέον γλύπτη ευρύτερα προς την χειραφέτηση και την αυτονόμηση, μέσω κυρίως της κατάκτησης ακριβώς της αφαίρεσης. Όλοι οι δάσκαλοί του ήταν φορείς κάποιων συγκεκριμένων ιδεών, λιγότερο ή περισσότερο πρωτοπόρων, μοντέρνων, ακόμη και αφηρημένων. Οι πρωτοπόρες αυτές ιδέες, ως αφηρημένο αισθητικό και μορφικό-μορφολογικό ξεπέρασμα και μάλιστα στην αντιθετική σύνθεση της γερμανικής τάσης προς την απελευθέρωση, ρομαντικο-εξπρεσιονιστικής υφής και της γαλλικής κυβιστικής και νεοκυβιστικής τάσης, με εξπρεσιονιστική επίδραση είτε στο Παρίσι είτε στην Αθήνα και με πιο καθαρή την επίδραση της πρωτοπόρας τάσης της Αλεξάνδρειας, δυσκολεύονται να φθάσουν στη μεγάλη σύνθεση. Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης της πρωτοπορίας δεν είχε αποπειραθεί μέχρι τότε, για ιστορικούς κυρίως λόγους, τη μεγάλη αφηρημένη σύνθεση. Χωρίς τις πολλαπλές και αλληλοσυνδεόμενες αναφορές σε αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, θα ήταν αδύνατη η όποια ποιοτική συγκρότηση του Σκλάβου, αλλά η αφαίρεση που αποπειράθηκε και πραγματοποίησε στη συνέχεια συστηματικά, ήταν κατά πολύ πέραν και πάνω από μια απλή πρόσθεσή τους. Ήταν κυρίως ένα ιστορικό αισθητικό συνθεσιακό-συνθετικό ξεπέρασμα ως συγκεκριμενοποίηση μιας καθορισμένης άρνησης του συστήματος, της αλλοτρίωσης, της νόρμας, του ορθολογισμού κ.τ.λ. Και ως τέτοιο το όλον αισθητικό αυτό παράδειγμα ήταν μοναδικό: Ένα ρήγμα στο σύστημα της κυριάρχησης, του ορθολογισμού και της εγγενούς γενικευμένης ορθολογικοποίησης και συγχρόνως ένα άνοιγμα στον κόσμο, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, όπως θα έλεγε και ο Αξελός. Χωρίς τη σύλληψη, την κατανόηση και τη μελέτη των προηγούμενων, αλλά και των σύγχρονων και αισθητικών ρευμάτων, όπως τόνιζε ο Γκολντμάν, δεν θα ήταν δυνατή η σύλληψη της όλης σύνθετης – ανατρεπτικής πορείας του Σκλάβου προς την αφαίρεση. Αυτή στηρίζεται στη γνώση των προηγούμενων τάσεων και επιδράσεων, αλλά πάντοτε ιστορικο-γενετικά προσεγγισμένων, χωρίς να περιορίζεται σε αυτές. Αντίθετα ο Σκλάβος αποπειράθηκε ένα ιστορικό ξεπέρασμα – σύνθεσή τους, μια νέα αισθητική και μορφική αφηρημένη συγκρότηση (constellation) – σύνθεση, ο Σκλάβος πάντοτε βρισκόμενος στη συνέχεια του βαθειού ανθρωπισμού του μοντερνισμού και της Αφαίρεσης: Μάλεβιτς, Καντίνσκυ, Μπρανκούζι, Μοντιλιάνι, Ζαντκίν, Κεφαλληνός, Κοντόπουλος, πρώτος Γαΐτης, πρώτος Καπράλος, Ζογγολόπουλος, Στάμος, Σαραφιανός, Σκλάβος, Τσίγκος, Τούγιας, Μπ. Νιούμαν, Αντ. Ράινχαρντ, Ρόθκο, Fr. Kline, άλλοι καλλιτέχνες της Ανήμορφης τέχνης: Poliakof, Ν. ντε Σταλ, Charchoun κ.α. και ως επίκεντρο πάντοτε ο Ζερβός. Και βεβαια η ιστορικά μοναδική ανθρωπιστική κριτική θεωρία των καλλιτεχνών αυτών και του Ζερβού ως απαύγασμα της βαθύτερης ιστορικοκοινωνικής κίνησης της κοινωνίας προς την απελευθέρωση, πάντοτε υπό την επήρεια της Αντίστασης.
Ο ανθρωπισμός της πρωτοπορίας βγήκε μέσα από την ρώσικη επανάσταση του 1905 και κυρίως του 1917, τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια τον Β΄. Όταν πλέον παγιώθηκε το σύστημα μεταπολεμικά, άρχισε να υποχωρεί ο ανθρωπισμός και μάλιστα προοδευτικά ν’αντικαθίσταται από τον αντιανθρωπισμό. Ετσι πήγαμε μετά την καμπή που ακολούθησε τον Μάη του 68 από μια νεοανθρωπιστική σύλληψη και θεωρία στη σημερινή νεοβάρβαρη κατάσταση αντι-άνθρωπος.
ΧΑΛΕΠΑΣ6 – ΣΚΛΑΒΟΣ
Ι
Ο κλασικισμός του Χαλεπά προέρχεται από τον καθηγητή του στην ΑΣΚΤ, Λ. Δρόση. Αντίθετα η Κοιμωμένη, έργο της πρώτης περιόδου του, αφότου γύρισε από τη Γερμανία, έχει ξεφύγει από τον κλασικισμό, και συνιστά με τα άλλα έργα της ίδιας τάσης έργο σταθμό, αναφορά στο πρωτομοντέρνο ρεύμα γλυπτικής, που ουσιαστικά δημιουργεί. Βέβαια δεν ήταν τεχνικά τέλειο έργο. Υπήρχαν μαρμαράδες - γλύπτες, όπως οι Φυτάληδες, που είχαν κάνει καλύτερα έργα. Όμως μέσα και παρά τις ατέλειές του - ίσως υπό το βάρος και της συγκίνησής του -, η Κοιμωμένη ήταν πιο καλλιτεχνική, δηλαδή ήταν αρτίστικη σε σχέση αυτές που έκαναν οι μεγάλοι μάστορες-μαρμαρογλύπτες. (Εξάλλου ο Χαλεπάς ακόμη ήταν νέος και δεν είχε τελειοποιήσει την τεχνική του).
Από μια άποψη, η Κοιμωμένη ήταν ένα από τα πρώτα αυτόνομα έργα μοντέρνας γλυπτικής, καθόσον ήδη εξπρεσιονίστικο, όπως θα έλεγε και ο Καλλιγάς7. Ο Χαλεπάς γυρνώντας από το Μόναχο ολοκληρωμένος γλύπτης, με σημαντικές σπουδές κοντά σε ρομαντικούς και στη συνέχεια σε ρεαλιστές δασκάλους-καλλιτέχνες της εποχής, με την Κοιμωμένη αποπειράται μια αποδέσμευση, αυτονόμηση, χειραφέτηση στους νέους μοντέρνους καιρούς, που είχε μπει η ελληνική κοινωνία. Η αστική τάξη έχει αρχίσει να συγκροτείται ως αυτόνομη τάξη στις αρχές του αιώνα, και συγχρόνως έχει αρχίσει να εμφανίζεται το εργατικό, το αγροτικό και γενικότερα το κοινωνικό κίνημα. Στο μεταίχμιο από την παραδοσιακή κοινωνία προς τη μοντέρνα, ο Χαλεπάς με την Κοιμωμένη δίνει ένα άριστο δείγμα κοινωνικής και ευρύτερης ανθρωπιστικής ευαισθησίας, διαφοροποίησης. Έτσι αυτό το ιστορικό έργο, παρά τις ατέλειες και τις δυσαναλογίες του, τις γεωμετρικές – αντιποζιτιβιστικές παραβάσεις και υπερβάσεις του ακόμη καλύτερα, ίσως και εξ αιτίας τους, γίνεται το έργο-σύμβολο του νεώτερου ανθρωπισμού στη χώρα μας, με ευρύτερη μάλιστα εμβέλεια και σηματοδότηση. Και μάλιστα, ίσως να μείνει στην ιστορία για πάντα ένα ιστορικό-αισθητικό ανθρωπιστικό σύμβολο8. Και πάνω σε αυτά στηρίχθηκε, πάτησε ο μέγας καλλιτέχνης της νεώτερης, της ύστερης καλύτερα γλυπτικής πρωτοπορίας Σκλάβος, για ν’αποπειραθεί Χαλεπικά-Ζαντκινικά τη μεγάλη αφηρημένη υπέρβασή του, και κατά τούτο πάντοτε ανθρωπιστική και πανανθρώπινη με νεώτερους, σύγχρονους τρόπους και όρους, ως συγκεκριμένη εκδήλωση της προσπάθειας αυτονόμησης της υποκειμενικότητας.
ΙΙ
Ο Χαλεπάς μέσα από τη συνεχή, εντατική σε υπέρτατο βαθμό (acharné) εργασία του κατέληξε στη διαπίστωση ότι τέλειωσε ο νεοκλασικισμός, που τόσο πολύ τον είχε απορροφήσει, καθόσον αυτός σπούδασε στη Γερμανία. Από το σημείο αυτό και μετά, όπως επισημαίνει και ο Καλλιγάς, ένοιωσε ένα τεράστιο κενό. Ούτως ή άλλως η προβιομηχανική ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει να αλλάζει με την προϋούσα αστικοποίηση και εκβιομηχάνισή της. Έτσι ο νεοκλασικισμός, αισθητικό ιδίωμα της προηγούμενης περιόδου της γερμανικής – έντονα μέχρι τότε κοινοτικής – κοινοταριστικής έμνευσης, επίδρασης, εκ των πραγμάτων έγινε caduc, δηλαδή κενός περιεχομένου, άνευ νοήματος, λόγο ύπαρξης. Άλλες οι ιδεολογικές και οι αισθητικές ανάγκες της νεο-αναδυόμενης κοινωνίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη Γερμανία και στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα. Μέσα σε αυτές τις μεταβατικές συνθήκες εμφανίστηκε ως κραυγή και ως εξέγερση στη Γερμανία ο εξπρεσιονισμός, απόηχος του οποίου ήλθε στην Ελλάδα με τον Μπουζιάνη.
Ο Χαλεπάς μέσα σε συνθήκες έντονης πλέον κρίσης, αμφιβολίας, αμφισβήτησης περιέπεσε σε μια δύσκολη ψυχοδιανοητική κατάσταση, που του απέτρεπε τη δημιουργία νέων μορφών. Όταν μετά από χρόνια ξανάρχισε να δουλεύει, ξανασυνδέθηκε με το γνώριμο δυναμισμό του, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά να δημιουργήσει ένα νέο και καινοτόμο έργο. Όμως δημιούργησε μερικά πολύ σημαντικά πρωτομοντερνιστικά θα λέγαμε γλυπτά, τα οποία ήταν μακριά πλέον από την νεοκλασικιστική παράδοση. Ένα περίτεχνο έργο ήταν, μεταξύ άλλων, και η ιστορική Κοιμωμένη.
Κάτι ανάλογο φαίνεται ότι συνέβη και στον Σκλάβο, ο οποίος τουλάχιστον την Κοιμωμένη μάλλον την είχε μελετήσει εντελεχώς, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που του δημιούργησε μια αναφορά, περισσότερο ίσως αυτή παρά το έργο του δασκάλου του Τόμπρου. Έτσι μπαίνει ορμητικά στο μοντερνισμό μέσω της αφαιρετικοποίησης της Κοιμωμένης με την Αρχή μιας εποχής και συνέχισε να λειτουργεί και να δρα σε ένα μετά Χαλεπά πεδίο, με σταθερή την τάση πάντοτε προς την αφαίρεση, μέχρι που αυτονομήθηκε εντελώς μετά το 1959, και μπήκε πλέον συστηματικά στην αφαίρεση.
Όμως φαίνεται ότι και αυτός βίωνε μια υπόγεια, μια υπόρρητη μεταλλαγή, μορφική-μορφολογική και αισθητική, σε διαλεκτική σχέση με τη βαθύτερη μεταλλαγή της κοινωνίας, από το μονοπωλιακό προς τον ύστερο καπιταλισμό, όπου πλέον χάνεται ολικά κάθε αυθεντικότητα μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αναζήτησης του ανθρώπου και κυριαρχίας του inhumain, του μη ανθρώπινου (ακόμη και του απάνθρωπου). Έτσι ο Σκλάβος βιώνει αυτή τη μεταλλαγή ως ένα πήδημα στο κενό. Για αυτό και οι συχνές αναφορές του σε αυτό, σε μια πλέον μόνιμα αβέβαιη κατάσταση χωρίς καμία μάλιστα ανθρωπιστική προοπτική. Απόλυτα τραγικό με νέους όρους, όπως τραγικό ήταν και το παράδειγμα του Χαλεπά στην προηγούμενη μεταβατική περίοδο.
Η προοδευτική κυριαρχία της αφαίρεσης μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950-60 συνοδεύτηκε και από μια ενδογενή τάση προς τον ακαδημαϊσμό, τον επονομαζόμενο ακαδημαϊσμό της αφαίρεσης. Λύση νεομοντέρνα, μοντερνιστική από ότι φαίνεται εκ των υστέρων δεν υπήρξε.
Όλες οι νεότερες τάσεις που δημιουργήθηκαν είχαν έντονο το στοιχείο της υποχώρησης, μορφικής και αισθητικής, όπως και της προοδευτικής εγκατάλειψης του μοντερνισμού ως προσέγγιση, καθώς και της τάσης προς την προσαρμογή και τη συνθηκολόγηση. Μέσα σε αυτό το νέο αισθητικό περιβάλλον, όπως αυτό διαμορφωνόνταν, ο Χαλεπάς, ιδίως με το έργο της ύστερης περιόδου του με την ακραία τραγικότητά του, παρέμεινε πάντοτε μια αναφορά στον Σκλάβο, όπως βέβαια και ο Τόμπρος και ο Κεφαλληνός όσον αφορά τον ελληνικό καλλιτεχνικό μοντερνισμό, και βέβαια ο Καντίνσκυ που ηταν στην επικαιρότητα τότε στο Παρίσι, αλλά και ο ξεχασμένος Μάλεβιτς, που είχε ανακαλυφθεί από την παρισινή και αμερικανική πρωτοπορία.
ΙΙΙ
Ο Χαλεπάς, σπουδασμένος στη Γερμανία όταν κυριαρχούσε ο νεοκλασικισμός δούλευε τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο του, ακολουθώντας όσο πιο πιστά μπορούσε το μοντέλο του.
Ο Σκλάβος, αντίθετα, στην εποχή της κυριαρχίας της Ανήμορφης τέχνης, έχει πάντοτε κάποια μικρότερη ή μεγαλύτερη αυτονομία, όταν κατασκευάζει ένα γλυπτό, πελεκώντας το μάρμαρο ή άλλα υλικά. Δηλαδή δεν ακολουθεί πιστά το σχέδιο. Ακομη τα σχέδιά του από την Αρχή μιας εποχής και μετά έχουν ένα χαρακτήρα αυτόνομης τέχνης όπως και τα γλυπτά του, τα οποία έχουν μεν μορφική απροσδιοριστία, υπό την επήρρεια της ανήμορφης τέχνης. Δεν μιλούμε για ανήμορφη γλυπτική. Αλλά η γλυπτική του Σκλάβου και του Τζιακομέττι επηρεάζονται καθοριστικά από το πνεύμα ελευθερίας που φέρει η Ανήμορφη τέχνη, τότε μάλιστα κυρίαρχη στο Παρίσι.
ΧΑΛΕΠΑΣ9: Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Μέσα στο γενικότερο πνεύμα του νεοκλασικισμού – ρομαντισμού του τέλους του 19ου αιώνα, γερμανικής έμπνευσης – προέλευσης, ένα από τα κύρια θέματα ήταν η Κοιμωμένη. Η ανάδειξη του μύθου της Κοιμωμένης σε μια κυρίαρχη φιγούρα – προβληματική του νεο-ανθρωπισμού της εποχής: Της τάσης της αυτονομημένης υποκειμενικότητας προς τον αυτοπροσδιορισμό-χειραφέτηση. Έτσι ο συγκινητικός θάνατος της Αφεντάκη έδωσε την ευκαιρία στον νέο και πρωτοπόρο για την εποχή μεγάλο γλύπτη Χαλεπά να δημιουργήσει μια μορφή-σύμβολο της ανθρωπιάς, ύμνο στην πάσχουσα νεαρή κοπέλα, την οποία δεν ήθελε νεκρή, αν και είχε πεθάνει πρόωρα και τραγικά. Το παίξιμο του Χαλεπά με τη ζωή και το θάνατο είναι μοναδικό, αναδεικνύοντας μέσα από τις υπερφυσικές διαστάσεις της ήρεμα κοιμωμένης Αφεντάκη την αυτούσια ομορφιά της πάντοτε “ζώσας” αυτής συγκινητικής όσο και άτυχης κοπέλας.
ΣΚΛΑΒΟΣ: ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
Το κίνημα αυτό της κοιμωμένης, της εκδοχής – θεμάτων της κοιμωμένης έφθασε στον Σκλάβο, μάλλον μέσω Θωμόπουλου, αλλά με ένα ανατρεπτικό-κυβιστικό-αφηρημένο πλέον τρόπο: Η αιώνια αφηρημένη εξύμνηση της πάσχουσας ζωντανής-νεκρής υποκειμενικότητας, επικαιροποιημένη στην εποχή του αρχόμενου ύστερου ισοπεδωτικού για τον άνθρωπο – υποκειμενικότητα καπιταλισμού.
Η αντίσταση – εξέγερση του Σκλάβου απέναντι στην γενικευμένη ολική πραγμοποίηση, και με ψυχιατρικούς όρους, όπως ήθελε και ο μεγάλος μαρξιστής ψυχαναλυτής και μαθητής του νεαρού Λούκατς, και φίλος του Γκολντμάν, Γκαμπέλ στο Παρίσι, μέσα στο πνεύμα του τότε ακμάζοντα ριζοσπαστικού - νεο-ανθρωπισμού, ήταν της ίδιας ολικής και καθορισμένης έμπνευσης – εμβέλειας,μέσα από ένα επικαιροποιημένο έργο – σύμβολο μιας ιστορικής, ακόμη και αρχαιο-ελληνικής μυθολογικής προέλευσης.
Ο ανθρωπισμός του Σκλάβου μέσω της αφαίρεσης στο διηνεκές εξυμνεί την ανθρώπινη διάσταση, την ανθρωπιά, τη ζωή στον αγώνα της ενάντια στο θάνατο. Ενάντια γενικότερα σε κάθε μελοθάνατο-θανατηφόρο (moribοnd - mortifeur) στοιχείο, που παράγει πλέον δομικά το ξεπεσμένο ολοκληρωτικά σύστημα.
ΖΑΝΤΚΙΝ10 – ΣΚΛΑΒΟΣ
Aufheben - Aufhebung
Ο Σκλάβος γνωρίζοντας άριστα το έργο και την όλη αισθητοκαλλιτεχνική πρακτική του Ζαντκίν, στηρίζεται στις μορφοποιήσεις του, και συγχρόνως τις ξεπερνά, αφαιρετικοποιώντας τες.
Από τη μια μεριά η επίδραση της νέγρικης τέχνης ως βάση της τάσης του προς την έκφραση (expression) ωθεί στον αυθορμητισμό της γλυπτικής πρακτικής τον Ζαντκίν. Από την άλλη, ο εγγενής επαναστατισμός (révolutionarisme) των Lipchitz και Archipenko οδηγούν σε ένα εξίσου εγγενή μοντέρνο – μοντερνιστικό εξπρεσιονισμό τον Ζαντκίν. Από την άλλη, η έλλειψη τελειοποίησης (l’imperfection) του σχεδίου και του πελεκήματος συνιστούν τη μοντέρνα δομική – θεληματική ανολοκλήρωση, μορφική – μορφολογική – αισθητική του Ζαντκίν. (Ανολοκλήρωση με την αντορνική έννοια του όρου. Ίδια εξάλλου ανολοκλήρωση, εξπρεσιονιστικής προέλευσης – επίδρασης, υπάρχει και στην Κοιμωμένη του Χαλεπά).
Ο εξπρεσιονισμός του Ζαντκίν, γαλλικής απόκλισης, πάντοτε βαθύτατα ανθρωπιστικός, είναι πιο ισορροπημένος από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό των ορίων, της απόγνωσης, της εξέγερσης.
Ο Ζαντκίν είναι πιο θετικός, επιλεκτικός κ.τ.λ. από τους μοντέρνους καλλιτέχνες της εποχής του (βλ. την ομάδα Sélection) υπό την επίδραση του οργανωμένου μοντέρνου κινήματος του Βελγίου, και σε επαφή με το ίδιο μοντέρνο κίνημα της Ολλανδίας. Πάντοτε δε στη συνέχεια του γαλλικού μοντερνισμού: κυβισμού και νεο-κυβισμού έρχεται ο Ζαντκινικός εξπρεσιονισμός από το 1918-1920 και μετά. Έτσι τα γλυπτά του Ζαντκίν της διετίας 1918-1920 διαπνέονται από έναν βαθύτατο ανθρωπισμό, συνιστώντας έτσι μια γαλλική εκδοχή του εξπρεσιονισμού.
Η εργασία του Ζαντκίν είναι κυρίως μια εργασία πρωταρχικά πελεκήματος, όποιο υλικό και να χρησιμοποιεί, στην επιφάνεια.
Τα έργα του Ζαντκίν, Odalisque (1919) και Femme couchée (1925) μοιάζουν με την Κοιμωμένη. Φαίνεται μάλιστα ότι η Αρχή μιας εποχής συνιστά ξεπέρασμα και των δύο αυτών αναφορών (Ζαντκίν, Χαλεπάς), μέσω κυρίως προβολών, μορφικών απλοποιήσεων, αφαιρετικοποιήσεων της μορφής.
ΧΑΛΕΠΑΣ: Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ – ΣΚΛΑΒΟΣ: ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
Η ιστορικά μοναδική ανθρωπιστική σημασία της Κοιμωμένης επέδρασε καθοριστικά και ως αφαιρετικοποιημένη μορφή πλέον για τη σύλληψη του βαθειού ανθρωπισμού της προχωρημένης και ριζοσπαστικής αφαίρεσης του Σκλάβου. Μετά την καμπή προς την αφαίρεση και υπό την επίδραση του Χαλεπά φαίνεται ότι αυτή υποχωρεί, αν δεν εκλείπει, σε αντίθεση με την επίδραση του αισθητισμού του Ζαντκίν, που παραμένει ζωντανή μάλλον μέχρι τέλους, αλλά πάντα με μορφές διαλόγου-διαλογικές και σύγχρονου ξεπεράσματος του (Ζαντκίν).
Σκλαβος: Από τον γερμανο-ελληνικό νεοκλασικισμό-ρομαντισμό-πρωτομοντερνισμό των Χαλεπά – Ζαντκίν στην αφαίρεση. Στην ολική, την καθορισμένη και ριζοσπαστική – ανθρωπιστική αφαίρεση.
ΖΑΝΤΚΙΝ ΚΑΙ ΣΚΛΑΒΟΣ
Ι
Ζαντκίν: Η αναζήτηση της ζωής μέσω της γλυπτικής με βάση και αναφορά, έμπνευση και επίδραση, προέκταση πρωτομοντέρνα, αυτή της ρωμαϊκής γλυπτικής: Ο βιταλισμός (vitalisme) ιδίως του Μπρανκούζι και ο γενικότερος πριμιτιβισμός της πρώτης πορείας μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της κοινωνικής – κοινωνιολογικής θεωρητικοποίησης και σκέψης των αρχών του ΧΧου αι. Υπήρχε τότε ένας νέος και διάχυτος πλέον βιταλισμός, διαδεδομένος στο χώρο των κοινωνικών επιστημών και της πρωτοπορίας στη Γερμανία και στη Γαλλία. Όμως υπάρχει συγχρόνως και ο πριμιτιβισμός ειδικά στη Γαλλία ως αναφορά, βάση για την αναζήτηση εξόδου από τα αδιέξοδα του ακαδημαϊσμού και συγχρόνως του γενικότερου ορθολογισμού, που τότε έτεινε να γίνει σύστημα, με όλες τις συνέπειες11.
II
Ζαντκίν: Το πελέκημα του ξύλου και της πέτρας ρέπει προς μια αυθόρμητη-πρακτική που εφευρίσκει-δημιουργεί μορφές όπως τις δημιουργεί, και συνδέεται με τη νέα ευαισθησία που εμφανίστηκε στις αρχές του ΧΧου αι. ως κύρια εκδήλωση – επιβεβαίωση της χειραφετημένης-μοντέρνας υποκειμενικότητας. Έτσι η μοντέρνα γλυπτική, υπό την επίδραση και του εξπρεσιονισμού ρέπει προς την αυτονόμηση, στη δημιουργία νέων – οργανικών – μορφών, και γενικότερα στην πνευματοποίηση της ύλης (spiritualisation).
To πελέκημα μέσω του αυθορμητισμού με τον οποίο συνδέεται απελευθέρωσε την υποκειμενικότητα, την ευαισθησία, τη φαντασία και υποβοηθεί τη δημιουργία νέων μορφών μακριά από την παράδοση, τον ακαδημαϊσμό κ.τ.λ.
Οδηγεί στο ξεπέρασμα, ακόμη και στην κατάργηση των νορμών.
Η αυτόνομη καλλιτεχνική εργασία είναι συστηματική παράβαση ή και υπέρβαση νορμών, σε αντίθεση με τη μαστορική τέχνη, που είναι αυστηρή ως προς την τήρηση των τεχνικών, γεωμετρικών και άλλων αρχών. Το έργο που δημιουργεί η καλλιτεχνική εργασία δεν έχει καμία αξία χρήσης ή λειτουργικότητα, και συγχρόνως η πρωτοπορία προσπάθησε να μη έχει και διακοσμητικό χαρακτήρα. Το έργο τέχνης μέσα στον αυτόνομο χαρακτήρα του και τον αυτοπροσδιορισμό του, το μόνο λόγο ύπαρξης που έχει, πέραν από μια αισθητική απόλαυση που προσφέρει, είναι η αυτόνομη προβληματική που δημιουργεί για τον άνθρωπο, τον οποίο ωθεί γενικότερα προς τον στοχασμό (réflexion). Συγχρόνως αναζητεί και την άρνηση της αλλοτρίωσης. Το συμπυκνωμένο περιεχόμενο που εμπεριέχει και εκφράζει είναι ένας χώρος αυτόνομου προβληματισμού και αυτοπροσδιορισμού της χειραφετημένης υποκειμενικότητας σε διαδικασία αυτοπροσδιορισμού.
Ο Σκλάβος ως γενικότερα καλλιτέχνης της πρωτοπορίας διαμορφωμένος καθορισιτκά και από τη διδασκαλία και την πρακτική του Ζαντκίν, δρα ως αυτόνομο και αυτοστοχαζόμενο υποκείμενο επί της ύλης. Οπότε στον Σκλάβο υπάρχει διαλεκτική σχέση ύλης-πρωτοπόρου καλλιτέχνη, αλλά η προτεραιότητα δίδεται στο νομιναλισμό του καλλιτέχνη, για να παραφράσουμε τον Γκράμσι και τον Th. De Duve, υπερβαίνοντας έτσι τις μηχανιστικές αντιλήψεις για αντικειμενικούς νόμους και παντοδυναμία υποτίθεταιο του υλικού κόσμου.
ΙΙΙ
O Ζαντκίν από το 1920-22 και μετά εγκατέλειψε τον απρόσωπο, όπως τον αποκαλεί, και φορμαλιστικό κυβισμό, για την αφαίρεση πλέον.
Για μια πρωτότυπη, προσωπική αφηρημένη γλυπτική.
Ζαντκίν. Μέσα σε ένα παρανοϊκό, ανορθόλογο, παραμορφωμένο σύγχρονο κόσμο η μόνη λύση που μένει στον πρωτοπόρο μοντέρνο και ανθρωπιστή καλλιτέχνη-γλύπτη είναι η παραμόρφωση-αφαιρετικοποίηση των μορφών, των τρεχουσών, των παραστατικών μορφών.
Από το σημείο αυτό και μετά ανοίγεται ένας νέος ορίζοντας απελευθερωτικής – χειραφετησιακής, λιγότερο ή περισσότερο, αφαιρεσιακής αισθητοκαλλιτεχνικής πρακτικής. Η βίωση της διαδικασίας απελευθέρωσης δια της απελευθερωτικής αισθητοκαλλιτεχνικής πρωτοπόρας πράξης – πρακτικής. Η αισθητοκαλλιτεχνική πράξη, και ακόμη περισσότερο η φιλοσοφία της πράξης της πρωτοπορίας, στην εκδοχή ιδίως του Ζαντκίν, είναι μια συνειδητά-ιστορική κατάσταση στο παρών, σε διαρκές γίγνεσθαι προς το διαρκώς αφηρημένο – απελευθερωτικό – άλλο.
Τα ιστορικά μοναδικά έργα του Ζαντκίν, που τα αποκαλούσε γενικότερα «γλυπτά», πολύ συχνά με δύο ή περισσότερα πρόσωπα – συνθέσεις – πάντοτε με κυβο-αφηρημένη παραμόρφωση, ανοίγουν ένα νέο πεδίο πρόσληψης του πραγματικού με συμπόνια, ανθρωπισμό, ευαισθησία, διαμορφώνοντας έτσι μια νέα κριτική κοινωνική σύλληψη ακόμη και του συν-άνθρωπου πλέον.
Δεν πρόκειται για αντεστραμμένο κόσμο, αλλά για παραμορφωμένο μοντερνικό-αφηρημένο κόσμο, σύμπτωμα της γενικευμένης κρίσης του συστήματος.
Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ, Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΑΦΑΙΡΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΣΚΛΑΒΟ: 1957-1959
Η αρχή μιας εποχής: Έργο – καμπή
Κεφαλληνός -> Σκλάβος
Τόμπρος -> Σκλάβος
Μπρανκούζι -> Μοντιλιάνι - Ζαντκίν -> Σκλάβος
Ζερβός -> Τόμπρος - Σκλάβος
Ζερβός -> Ζαντκίν – Σκλάβος
Ζερβός -> Σκλάβος
Ζερβός -> Στέρης
Ζερβός -> Στάμος
Περί τα μέσα του 1966 κατά τη Ντ. Βαλιέ12, επέρχεται μια μεταστροφή του Ζερβού μπροστά στη νεοδημιουργουμένη και πλέον διαδιδόμενη ορθολογικοποίηση του συστήματος, στη διάδοση του καταναλωτισμού και μη αυθεντικών (in-authentiques) μορφών της ζωής και της τέχνης, άρα και απάνθρωπων (inhummaines), όπως έλεγε ο Γολντμάν. Οπότε ο Ζερβός αποπειράται μια ισορική επιστροφή στην πρωτόγονη τέχνη και στους πρωτόγονους πολιτισμούς, που υποτίθεται ότι κυριαρχεί η αυθεντικότητα εξ ορισμού. Εξάλλου υπάρχει μια γενικότερη διαπίστωση εκείνη την περίοδο ότι επέρχεται το τέλος της μοντέρνας και της αφηρημένης τέχνης. Η Σχολή του Παρισιού και η Σχολή της Νέας Υόρκης αρχίζουν να τελειώνουν, και ο Σκλάβος μένει μόνος να συνεχίζει την περιπέτεια της αφαίρεσης… Αλλά ας κάνουμε μια ιστορική – αισθητική αναδρομή στον μεγάλο Κεφαλληνό.
Ο Κεφαλληνός, υπό την επήρεια του Μπωλνταίρ και της γαλλικής γενικότερα πρωτοπορίας, έρχεται σε ρήξη με τον Καβάφη, ο οποίος παραμένει πάντα ιμπρεσιονιστής-παρνασιστής-συμβολιστής, δηλαδή συνεχίζει μέχρι τέλους να τοποθετείται στην παράδοση, καταγράφοντας και αποδίδοντας πάντα με εκπληκτικό σκεπτικισμό την εξελεκτική πορεία της. Αλλά ο Καβάφης μην μπορώντας να ξεπεράσει την ιστορική παράδοση για υποκειμενικούς, ιδεολογικούς και άλλους λόγους δεν έκανε το βήμα προς την αυτονομία, δηλαδή στο μοντερνισμό.
Ο Κεφαλληνός από μικρός αναζητά διέξοδο προς το νέο και ορμητικό μοντερνισμό, γαλλικής κατά βάση έμπνευσης, και έτσι τείνει ν’αυτονομηθεί από την παράδοση. Με άλλα λόγια αποτολμά (και με την παιδεία του που έχει των θετικών επιστημών), ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Η μοντέρνα – μοντερνιστική, με την έννοια του Γκρήνμπεργκ, αβεβαιότητα, με πρωταρχικό κατά κανόνα το μαύρο, γίνεται η κύρια κατάκτηση της ριζοσπαστικής όσο και καινοτόμας χαρακτικής του. Τα εκπληκτικά μαύρα σχέδια του Σκλάβου έχουν, εκτός από την άμεση επίδραση του Μόραλη (άλλου μοντέρνου εξέχοντα δασκάλου του της ΑΣΚΤ, μαθητή και αυτού του Κεφαλληνού), κυρίως την επίδραση της αποφασιστικότητας της καμπής, της ρήξης του Κεφαλληνού με την παράδοση και την επαναστατικοποίηση που εισηγείται της ζωγραφικής, του σχεδίου και της χαρακτικής δια του μαύρου, του βαθειού μαύρου που απελευθέρωνε από την παράδοση. (Βέβαια η τάση προς αυτήν την κατεύθυνση-κατάκτηση έπαιξε ρόλο και η επίδραση του Σκλάβου από τον γιαπωνέζικο μαύρο γραφισμό, πολύ διαδεδομένο – japοnisme τότε στο Παρίσι).
Οι ριζικές μορφικές - μορφολογικές αλλαγές, ανασυγκροτήσεις, αναδομήσεις, που αναδύονται στον Σκλάβο στην κρίσιμη διετία 1957-9, επιτελούνται πάντοτε σε μαύρο φόντο, με μαύρο υπόβαθρο-αναφορά. Ο κόσμος έχει μπει πλέον για τα καλά στη νεοκαπιταλιστική αβεβαιότητα και αποξένωση.
Ο Καμύ αναλύει το απάνθρωπο αυτό νέο φαινόμενο, και πολλοί πρωτοπόροι καλλιτέχνες ευαισθητοποιούνται μεν, αλλά δεν ακολουθούν ένα ριζοσπαστικό δρόμο μέχρι τέλους. Μόνο μερικοί ριζοσπάστες καλλιτέχνες του μαύρου στην Αμερική (Φρ. Κλάϊν, Μπ. Νιούμαν, Αντ Ράϊχναρντ) και της παρισινής ανήμορφης τέχνης αντιστέκονται πρωτοπόρα, όσοι βέβαια κατόρθωσαν να μην αυτοκτονήσουν με τη γενίκευση της απογοήτευσης που επικράτησε με τη συνειδητοποίηση της διάψευσης της ελπίδας για απελευθέρωση μεταπολεμικά5*.
Το τίναγμα προς τα εμπρός, προς την αφαίρεση βέβαια, όσο αυτή ήταν ακόμη κυρίαρχη, ηγεμονική ο Σκλάβος το αποπειράθηκε κυρίως υπό την επήρεια του μεγάλου ανθρωπιστή Κεφαλληνού, αυτονομούμενος και υπό τη διδασκαλία του Τόμπρου πρώτα και του Ζαντκίν στη συνέχεια.
Η αφηρημένη γλυπτική δεν ήταν πολύ διαδεδομένη ακόμη και στην ακμή της αφαίρεσης, εξαιρουμένου ίσως του Μουρ, ο οποίος δεν επηρέαζε πολύ τα πράγματα, καθότι δραστηριοποιούνταν κυρίως στην Αγγλία. Στο Παρίσι αφηρημένη γλυπτική, καθαρά μιλώντας, μόνον ο Σκλάβος12 αποπειράθηκε να κάνει (με επιδράσεις και δάνειά του από δασκάλους – καλλιτέχνες και άλλους μεγάλους αφηρημένους καλλιτέχνες), και μάλιστα σαφώς, αφηρημένη γλυπτική, αυτόνομα, προσδιορισμένα, καθορισμένα (déterminé) μέχρι τέλους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αφηρημένη γλυπτική του Σκλάβου πρέπει να θεωρηθεί ως προχωρημένη ανασυγκρότηση του πνεύματος, ως αναζήτηση υψηλών πνευματικών αξιών, ως διάλογος με τους μεγάλους καλλιτέχνες – αναφορά, αλλά και της εποχής του, αλλά και τους δασκάλους του και τους μεγάλους δασκάλους της αφαίρεσης. Ως παράδειγμα-αναφορά για την κοινωνία και τον άνθρωπο. Ως ανυψωτική – πρωτοπόρα – πνευματική πρακτική. Ως καταφύγιο μπροστά στη γενίκευση, στην άμπωτη της αλλοτρίωσης, αλλά και ως τάση φυγής από αυτή, από το σύστημα. Να βγούμε από το σύστημα απελευθερωτικά, μέσω της αφηρημένης γλυπτικής, για να παραφράσουμε τον O. Revault d’ Allonnes: Αυτό ήταν το απελευθερωτικό πρόταγμα του Σκλάβου. Η αφηρημένη γλυπτική ήταν για τον Σκλάβο μια απελευθερωτική πρακτική και συγχρόνως μια απελευθερωτική κατάσταση. Αλλά και προϋπόθεση της απελευθέρωσης, όπως θα έλεγε ο Μαρκούζε, αλλά και βίωση ακριβώς της απελευθέρωσης.
Και αυτή η αισθητική επανάσταση του Σκλάβου οφείλεται κυρίως – είναι βέβαιο – στη συγκλονιστική αδέσμευτη, ανεξάρτητη και επιβλητική προσωπικότητα του Κεφαλληνού. Του μεγάλου αυτού ανθρωπιστή maitre-penseur και ιστορικά μοναδικού πρωτοπόρου χαράκτη, που μέσα στο κυρίαρχο σύστημα είχε δημιουργήσει το δικό του αντισύστημα, με τους μαθητές6* του, τις προσωπικότητες με τις οποίες συνδεόταν στενά, έχοντας δημιουργήσει μια σημαντική και συνεκτική αισθητικά – ιδεολογικά και συγχρόνως ιδιαίτερη – ιδιότυπη κοινότητα. Η όλη οντότητά του ήταν βγαλμένη μέσα από τη μεγάλη και ιστορική απελευθερωτική περιπέτεια της ανθρωπότητας, την αρχαία ελληνική, τη μοντέρνα, της ριζοσπαστικοποίησης του μεσοπολέμου και ιδίως από την Αντίσταση. Έτσι η άμεση επαφή του ήδη ανήσυχου, ευαισθητοποιημένου, και γιατί όχι και πρωτοπόρου Σκλάβου με τον δάσκαλο Κεφαλληνό έμελλε να του αλλάξει συνολικά, να δημιουργήσει για πάντα την κριτική θεώρησή του του κόσμου, συγχρόνως με την κριτική αισθητική του.
ΑΦΑΙΡΕΣΗ – ΝΕΟΟΥΜΑΝΙΣΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Η νεοουμανιστική φιλοσοφία (και ιδεολογία, άρα και τέχνη) αρνούνται το δυαδισμό πνεύμα/ύλη. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία μεταπολεμικά. Συγχρόνως, με τη συνειδητοποίηση των εγκλημάτων του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, η νεο-αναδυόμενη πρωτοπορία αρνείται την παραδοσιακή τάση της ζωγραφικής προς την αναπαράσταση, θεωρώντας ότι αναπαράγει την κατεστημένη τάξη πραγμάτων, τη διαίρεση μεταξύ φιγούρας και πραγματικότητας. Έτσι η απόρριψη του υπάρχοντος αλλοτριωμένου κόσμου, ή τουλάχιστον η δυσπιστία απέναντί του, δεν μπορούν παρά να εκφραστούν με ένα μόνο τρόπο: Απομάκρυνση από τις εικόνες, τις φιγούρες της υπάρχουσας ξεπεσμένης πραγματικότητας. Μέσα στο ιστορικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται μεταπολεμικά η ουμανιστική κουλτούρα με αναφορά τον αναλυτικό κυρίως κυβισμό καταλήγει σε μια ιστορικά νέα και πρωτότυπη – παριζιάνικη – κυβο-αφαίρεση. Η ιδεολογική κριτική – και όχι μόνον – της πρωτοπορίας της κοινωνίας διαμορφώνει αυτή την ιστορικά νέα πρωτοπόρα αισθητική τάση μεταπολεμικά. Συγχρόνως και η απώλεια της συνοχής της τότε κοινωνίας (αν και σε πρώτο στάδιο σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση) ωθούν την τότε πρωτοπορεία με ένα νέο καινοτόμο τρόπο προς την αφαίρεση, ως ολική άρνηση αυτής της απάνθρωπης πλέον κοινωνίας.
Παρά τις επί μέρους μορφικές – μορφολογικές τάσεις της νέας αφηρημένης τέχνης που γρήγορα γίνεται ηγεμονική διεθνώς, και πρωταρχικά στο Παρίσι (Σχολή του Παρισιού) και στη Νέα Υόρκη (Σχολή της Νέας Υόρκης) υπάρχει μια ενιαία αισθητική - ιδεολογική σύλληψη – άρνηση της υπάρχουσας απάνθρωπης κοινωνίας ως όλο και πιο συγκροτημένη και σαφής, δηλαδή αφηρημένη πλέον έκφρασή της.
Μία δε από τις κύριες τάσεις ήταν η Art informel, η Ανήμορφη τέχνη, στην οποία εντάσσεται και η γλυπτική του Σκλάβου ως ένα σημαντικό βαθμό, καθώς στην αφηρημένη γλυπτική υπήρχαν κάποιες σοβαρές ιδιομορφίες, σε σχέση με την αφηρημένη ζωγραφική. Η αναζήτηση γνήσιων ιστορικών ή και προϊστορικών μορφών, η «παραμόρφωση» (déformation) η αποφιγουροποίηση (défiguration), η ομορφιά του απελευθερωμένου και συνάμα απελευθερωτικού (Μαρκούζε) γυμνού κ.α. μεταπολεμικά γίνονται οι κύριες τάσεις. (Βλ. για παράδειγμα την ομάδα COBRA). Στον Σκλάβο υπάρχει και μια άλλη κύρια τάση13: Η σύνθεση (ή τουλάχιστον η προσπάθεια σύνθεσης) μορφών, τάσεων, κατακτήσεων προηγούμενων μορφών αφηρημένης τέχνης, και κυρίως η τάση του συνθετικού πάντοτε προχωρήματός τους, και μάλιστα πολύ συχνά προς μορφές ξεπεράσματός τους. Η συνειδητή μάλιστα συστηματική προσπάθεια σύνθεσης μορφών, σχημάτων κ.τ.λ., ως μια συστηματική προσπάθεια ξεπεράσματος της αποσπασματοποίσης του ανθρώπινου είναι, και οπωσδήποτε τουλάχιστον ως συνειδητή απόπειρα. Μια συνειδητή καθορισμένη αρνητικά συνεχής πράξη ξεπεράσματος της αλλοτρίωσης δια της συνεχούς αποσπασματοποίησης του ανθρώπου, που δημιουργεί ενδογενώς πλέον και επιβάλλει το σύστημα.
Η ανήμορφη τέχνη είναι μια «τέχνη άλλη», σύμφωνα με τον Ταπιέ, με κύρια αναφορά τις συνθέσεις του Καντίνσκυ. Η σύνθεση στον Σκλάβο είναι η κύρια τάση ή κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μορφές που επιτυγχάνει να δημιουργεί στα σχέδιά του, που ουσιαστικά είναι μονόχρωμοι-μαύροι- πινακες ή ακόμη και σε πολλά έργα του έχουν κάτι το απόλυτα ορισμένο ή διαμορφωμένο. Ούτε αυτός ήταν ο στόχος του. Έτσι αναδεικνύεται και το «άλλο έργο», η άλλη ζωγραφική και γλυπτική, δηλαδή η ανήμορφη, ως μια κύρια τάση, ακόμη και καντινσκυκής έμπνευσης ή προέλευσης (και βέβαια όχι μόνον).
Τα μεγάλα μαύρα σχέδιά του προσιδιάζουν με τα αντίστοιχα έργα του Αμερικάνικου αφηρημένου εξπρεσιονισμού, δείχνοντας έτσι την περίπου ίδια προβληματική του, τη βαθιά ανησυχία του για το ανθρώπινο γίγνεσθαι, της έκφρασης του τραγικού αδιεξόδου της καταναλωτικής κοινωνίας που σιγά-σιγά εδραιώνεται.
Η θέαση του ήταν σκοτεινή, αγχωτική, αγωνιακή, ιδίως στα σχέδια αυτά, αλλά η αφηρημένη γλυπτική του παραμένει πάντοτε μια θετική διέξοδος. Οι μορφές του είναι πιο επιθετικές, ευαίσθητες, φωτεινές – ακτινοβολούσες.
Ο έντονος διάλογός του ανάμεσα στην αποδόμηση και την κατασκευή (déconstruction/construction) οδηγούν τον Σκλάβο προς το παράδοξο, το παράλογο της σύγχρονης ύπαρξης, πολύ κοντά σε αυτό του σύγχρονού του Μπέκετ.
Οι εμφανίσεις των μορφών μετά από τα πολύπλοκα σχέδια και γλυπτά του παραπέμπουν σε ένα κόσμο αβέβαιων μορφών με ανήμορφες σιλουέτες που γίνονται επιβλητικές.
Οι από τα μέσα χώροι, όπως αποκαλούνται στην Ανήμορφη τέχνη, εμφανίζονται επιβλητικά, συγκροτώντας έναν πραγματικό «απελευθερωτικό» αλφάβητο, όμως δύσκολα συλλήψιμο.
Ο κόσμος του, όπως εμφανίζεται μέσα από το έργο του είναι ένας κόσμος σε καταστροφή (en ruines) (ένας δηλαδή ουσιαστικά κατεστραμμένος κόσμος), ο οποίος όμως εναγώνεια προσπαθεί να αποκτήσει συνείδηση της αρνητικής, ακόμη και της τραγικής κατάστασής του, έστω και ανήμορφα… Ο δρόμος που άνοιξε ο Καντίνσκυ προς τη σύνθεση, και που ακολούθησε πιστά ο Σκλάβος, διατηρώντας την μάλιστα συνέχεια, λόγω της υπόρρητης κρίσης που βάραινε όλο και περισσότερο στη συνείδησή του έγινε και αυτή μια ανήμορφη, δηλαδή μοντέρνα και αφηρημένη, αλλά με τους τότε σύγχρονους όρους.
Ουσιαστικά σήμερα, με βάση και τις νεώτερες έρευνές μας, προσπαθούμε μια μετακριτική ανασυγκρότηση όλης της αισθητικής προσέγγισης μας του Σκλάβου και του έργου του συγχρόνως με μια μετα-αισθητική της αφαίρεσής του, του αφηρημένου καλλιτεχνικού παραδείγματός του, της όλης σύλληψης και πρακτικής του προς το διαρκώς μορφικό άλλο, το διαρκώς νέο πνευματικό, το συνεχές πέραν (au delà).
Η αισθητική του Σκλάβου είναι πρωταρχικά μια απελευθερωτική αισθητική των μορφών, των αφηρημένων μορφών του, με ένα διαρκή στοχασμό και αναστοχασμό για την τραγικότητα της σύγχρονης ανθρώπινης συνθήκης σε διαρκή πραγμοποιητική μετεξέλιξη.
Η όλη προσέγγιση είναι αναγκαίο να είναι συστηματική, αυστηρή, επιστημονική, φαινομενολογική με κύριο στόχο την εύρεση και την ανάδειξη του περιεχομένου αλήθειας, δηλαδή του κοινωνικού περιεχομένου του έργου του Σκλάβου, ως δομικά αφηρημένη, και συγχρόνως και μια δυνατή (possible) διαρκής καθορισμένη άρνηση εν τω γίγνεσθαι και σε διαλεκτική σχέση με το σύγχρονό του ιστορικο-κοινωνικό γίγνεσθαι. Με αυτή την έννοια μπορεί να υπάρξει και μια απελευθερωτική ερμηνεία (Μάρκους) των έργων του Σκλάβου και πρώτιστα των μορφών του, αλλά συγχρόνως και της όλης ερευνητικής, αισθητικής και υπαρξιακής περιπέτειάς του: του ανυπέρβλητου παραδείγματός του.
* * *
Με βάση την παραπάνω αναλυση που προσπαθεί, και σε κάθε περίπτωση θέλει να είναι αρκετά προχωρημένη (avancée) των σχέσεων της αφηρημένης γλυπτικής του Σκλάβου και των γενικότερων ιδεολογικών διεργασιών, θεωρήσεων του κόσμου κ.α. της περιόδου 1957-67, νομίζουμε ότι συγκροτείται μια αλληλουχία μεταξύ τους. Μια ομολογία, όπως θα έλεγε και ο Γκολντμάν. Μια αλληλεπίδραση ή και αλληλόδραση, όπως θα λέγαμε σύμφωνα με τη σύγχρονη ορολογία που έχουμε εισάγει σε προηγούμενες έρευνέες μας, αλλά υστερότερες από το Διδακτορικό μας, κοινωνιολογίας της τέχνης και της κουλτούρας μέσα στο πνεύμα των πρώτων αλλά και των δεύτερων (Αμερική) ερευνών Φρανκφουρτιανών και του Γκολντμάν, στη συνέχεια πάντοτε του νεαρού Λούκατς. Μπορεί, από αισθητικής άποψης, η αφαίρεση του Σκλάβου να μην φωτίζεται περισσότερο ως τέτοια μέσα από αυτή τη θεωρητικοποίηση, αλλά η επεξήγηση κατά το δυνατό των υπόρρητων (implicites) μορφών του σε συνδιασμό με τις αντίστοιχες κοινωνικές ιδεολογικές δομές της εποχής του και τη διαδικασία γένεσης και εμφάνισής τους, βοηθά στη βαθύτερη και εμμενή κατανόηση των αφηρημένων μορφών του Σκλάβου, καθώς και της διαδικασίας γένεσής τους. Από την άποψη αυτή η συνέχιση της έρευνας, που επιβάλλεται να προχωρήσει παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες τεκμηρίωσης κ.τ.λ. μπορεί να φωτίσει ακόμη παραπέρα και το περιεχόμενο αλήθειας της αφαίρεσης του Σκλάβου, που αυτό είναι και το μέγα ζητούμενο. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι σε κάθε του βήμα, σε κάθε μορφοποίηση του ο Σκλάβος επιζητούσε συγκεκριμένα (και ως ένα σημαντικό βαθμό το πετύχαινε ως μεγάλος μαιτρ – γλύπτης, ως μαθητής πρώτιστα του μεγάλου Κεφαλληνού και στο αισθητικό – ιδεολογικό, αλλά και στο τεχνικό – μαστορικό, ίδιας πάντοτε έμπνευσης – προέλευσης, το τονιζουμε, και γενικώτερα αφηρημένος καλλιτέχνης στη συνέχεια πάντοτε του Κεφαλληνού) τη μορφική-μορφολογική – αισθητική απόδοση των απελευθερωτικών τάσεων, οραμάτων, ενατενήσεων, ενοράσεων κ.α., που είχε μόνιμα, διαρκώς, δομικά, αποφασιστικά, καθορισμένα. Στην εξελικτική του πορεία αυτές οι μετασχηματιστικές, για να τον παραφράσουμε, μορφοποιήσεις συγκροτούν το μεγάλο ανατρεπτικό – απελευθερωτικό αισθητικό όλον Σκλάβος. Ως τέτοιο δε ήταν ιστορικά συνεκτικό, συγκροτημένο, διαλεκτικό, μοναδικό.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ι. Η γενικότερη αισθητική θεωρητικοποίηση του Σκλάβου έχει κάποιες ιδιαίτερες αναφορές, και σε κάθε περίττωση προέχει η συγκρότηση (la formation) της αφαίρεσης του Σκλάβου, με βάση την ιστορικο-γενετική μέθοδο προσέγγισης, θεώρησής της, σύμφωνα με τον L. Goldmann. Στη συνέχεια – χωρίς βέβαια και να διακρίνονται εντελώς αυτές οι δύο διαδικασίες - έρχεται η θεωρητικοποίηση για το ξεπέρασμα και το δυνατό ξεπέρασμα με βάση τη δυνατή συνείδηση14 του καλλιτέχνη. Aufheben-Aufhebung15: Επί πλέον:
- Η διαλεκτική του Λόγου16 του Σκλάβου.
- Η αρνητική διαλεκτική του17. Το ξεπέρασμά της παραδοσιακής γλυπτικής ως στιγμή άρνησης:
Η αρνητική διαλεκτική18 του Σκλάβου, και ως εκ τούτου η αρνητική γλυπτική αισθητική του.
- Οι κοινωνικές μορφές του έργου του Σκλάβου: Α. Χάουζερ19, Κεφαλληνός.
- Η αισθητική, η αισθητική διάσταση ειδικότερα του Σκλάβου.
Η καθορισμένη άρνησή του (négation déterminée), που σύμφωνα με τον Μαρκούζε μετασχηματίζεται στη διαλεκτική της απελευθέρωσης ή σε μια απελευθερωτική διαλεκτική προς το διαρκώς άλλο, το au delà. Στη διαρκή αναζήτηση της απελευθέρωσης.
Tο περιεχόμενο αλήθειας του έργου του.
Σκλάβος - Αφηρημένος γλύπτης. Ο πνευματισμός του Σκλάβου ως απάντηση στον ξεπεσμένο κόσμο20 (G. Lukács).
J. Shapiro21: Η φύση της αφηρημένης τέχνης. Το κοινωνικό στοιχείο της τέχνης.
Σκλάβος.: Αλλοτρίωση – Κριτική θεωρία.
Σκλάβος: Η κριτική του πρίγκιπα. Μία τραγική κριτική…
Σκλάβος - Αφηρημένη γλυπτική: Απομάκρυνση από το πραγματικό, την αναπαράστασή του. Προς την απο-υλοποίηση του πραγματικού, του εικονικού, του παραστατικού. Προς την πνευματοποίηση της ύλης.
Σκλάβος - Αφηρημένη γλυπτική: Αντι-figuration, αντι-νατουραλισμός, αντι-παραδοσιασμός, αντι-κλασικισμός.
Ποιο εύκολος είναι ο αρνητικός ορισμός της αφαίρεσης και της αφηρημένης γλυπτικής, παρά ο θετικός, καθόσον η μόνη βέβαιη θετικότητα που έχει αυτή είναι η ολική άρνηση του αλλοτριωμένου πραγματικού, της αναπαράστασης, κ.τ.λ.
Προς τι; Το θέμα ήταν πάντα ανοιχτό και η κάθε φορά αφηρημένη μετασχηματιστική μορφοποίηση του Σκλάβου παραμένει ημιτελής, αβέβαιη, αποσπασματική, καθόσον η αφηρημένη γλυπτική παραμένει πάντοτε μια αποσπασματική γλυπτική σε παράταξη.
Τόμπρος – Σκλάβος: Κυβο-Αφαίρεση, όχι κυβοφουτισμός όπως αναπτύχθηκε στην προεπαναστατική Ρωσία, αλλά κυβο-αφαίρεση, Πικασικής – Μπρακικής προέλευσης, έμπνευσης, η οποία συναντιέται με την Αφαίρεση Μπρανκουζο – Μοντιλιανο - Τομπρικο – Ζαντκινικής προέλευσης – έμπνευσης σε μια σύνθεση προς μια νέα – Σκλαβική αφηρημένη τάση – ως ξεπέρασμα των προηγούμενων εκδοχών της αφαίρεσης, με βασικά στοιχεία το πνεύμα – πνευματισμό, την απελευθέρωση μέσω του πνεύματος, και με αναφορά – επίκεντρο τα πνευματοποιημένα γεωμετρικά τμήματα και ιδίως το τρίγωνο σε παραλλαγές, συνδυασμούς κ.α., και βέβαια το μαύρο, μαλεβιτσικής – κεφαλληνιακής προέλευσης.
ΙΙ.
Zαντκίν: Groupe de Figures, 1921
Σκλάβος: Ομάδα προσώπων,
Ζαντκίν: Femme couchée
Xαλεπάς: Η Κοιμωμένη
Σκλάβος: Αρχή μιας εποχής
Ζαντκίν: Σχέδια για μνημεία για:
- Apollinaire
- Jarry
- Lautreamont
- Rimbaud
1939: Καμπή: Le maillet et le ciseau
Αρχή μιας εποχής, Σκλάβος
Le reveur de la forêt, Ζαντκίν
Ariane, 1954, Ζαντκίν
La poetesse, 1954, Ζαντκίν
Nu accoudé, Ζαντκίν, 1955
Maquette du relief pour l’usine tomado, Ζαντκίν, 1955
Amour maternel, Ζαντκίν, 1955-6
Vestale, Ζαντκίν, 1958
Tendrese matrenelle, Ζαντκίν, 1958
ΣΚΛΑΒΟΣ: ΑΡΧΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ, 1959
La baigneuse, Ζαντκίν, 1960
Hommage à Rodin, Ζαντκίν, 1962
Répos, Ζαντκίν, 1967
Σκλάβος – Τόμπρος – Ζαντκίν
Σκλάβος – Μοντιλιάνι – Μπρανκούζι
Σκλάβος – Χαλεπάς
Σκλάβος – Τζιακομέττι – Μουρ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1*. Σε αυτή την ομάδα ανήκει και ο Πάμπλο ως διανοούμενος και αυτός, με προέλευση την Αλεξάνδρεια. Στη συνέχεια εμφανίζονται και οι επιδράσεις, οι τάσεις προς τον μοντερνισμό από την Αγγλία (ο Τ. S. Eliot στον Σεφέρη), από την Γερμανία μέσω κυρίως του νεοκλασικισμού στον Χαλεπά και του εξπρεσιονισμού στη συνέχεια στον Μπουζιάνη κ.α.
2*. Στιςς δεκαετιες του 1950-60-70 υπήρχε μεγάλη συζήτηση στο Παρίσι περι τέλους της τέχνης, της φιλοσοφίας και γενικώτερα η ιδεολογική και θεωρητική τάση αυτή, είχε ονομαστεί telisme, τελισμός. Δηλαδή η θεωρητικοποίηση περί επερχόμενου επαναστατικού τέλους, μέσω της πράξης: Αυτό ήταν το γενικότερο ρεύμα. Έτσι προέκυψε και το περιοδικό ΤΕΛΟΣ στη Ν. Υόρκη, μέσα από την επέκταση και διάδοσης της θεωρητικοποίησης αυτής και στους τότε ριζοσπαστικούς κύκλους της Αμερικής. Μετά από λίγο καιρό το περιοδικό αυτό μεταστράφηκε προς το μεταμοντερνισμό, όπως δυστυχώς και πολλά άλλα…
3*. Με άλλα λόγια, ο Σκλάβος συγκροτείται ως αφηρημένος γλύπτης στο εσωτερικό ενός πολύ σημαντικού και ακμάζοντος τότε ρεύματος: Μοντέρνα γλυπτική με τάση προς την αφαίρεση. Επρόκειτο για ένα ανερχόμενο μεταπολεμικά αισθητικό ρεύμα, με τάσεις ηγεμονίας μάλιστα, όπως θα έλεγε και ο Γκράμσι. Κατά τον Γκολντμάν η ύπαρξη ενός ρεύματος σκέψης ή τέχνης σε ανοδική (ascedente) περίοδο είναι προϋπόθεση δημιουργίας νέων τάσεων ή και πρωτοπόρων ξεπερασμάτων, συλλογικών αλλά και ατομικών, εννννοείται πάντοτε στο εσωτερικό συλλογικοτήτων, ομάδων και άλλων καταστάσεων ιδεολογικοπολιτικών – κοινωνικών και αισθητικών.
4*. Βέβαια και ο Ζαντκίν έκανε παρόμοια έργα, όχι όμως τόσο σημαντικά, και ακόμη λιγότερο εμβληματικά, όσο η Κοιμωμένη. Δεν αποκλείεται να επηρέασαν και αυτά τον Σκλάβο, ειδικά όσον αφορά την καθετοποίηση του κεφαλιού που εισηγείται στην Αρχή μιας εποχής. Ότι και αν έχει συμβεί, μέσα στο γενικότερο ρεύμα ρομαντικο-εξπρεσιονιστικής έμπνευσης των, αν τις ονομάσουμε, έτσι, Κοιμωμένων, ο Σκλάβος με βάση την τριγωνική μορφή που αναδεικνύει σε κύρια μορφή αφηρημένης έκφρασης και την καθετοποιημένη περίπου παραλληλοεπίπεδη μορφή του κεφαλιού, αρχίζει την αφηρημένη αισθητική αυτονόμησή του με την Αρχή μιας εποχής, ως πρωταρχικό ξεπέρασμα κάθε μορφής παραστατικότητας, όπως επισημαίνουν οι Καλλιγάς και Μαλρώ, και ως πράξη απελευθέρωσης από την παράδοση, όποια μορφή και ευαισθησία και αυτή είχε αποκτήσει. Έτσι ο Σκλάβος αρχίζει μια προσωπική, αυτόνομη, ακόμη και ιστορική προσπάθεια, απόπειρα (tentative) στo χώρο της αφηρημένης γλυπτικής και μάλλον δίνει ακόμη και τον ορισμό της.
Από ότι φαίνεται δε μέσα στο γενικότερο κλίμα πρωτοπόρας αμφισβήτησης των πάντων που βρισκόνταν τότε ο Σκλάβος, ακόμη και του Ζαντκίν, ο οποίος δεν ήθελε ν’απομακρυνθεί από την αναπαράσταση της ανθρώπινης φιγούρας και τη λίγο πολύ εξπρεσιονιστική και κυβιστική-μετακυβιστική έκφραση-παραμόρφωση (déformation), ο Σκλάβος στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην Κοιμωμένη του Χαλεπά, αν και αρκετά παλαιότερη, και αυτήν αφαιρετικοποίησε για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους, ως μια ιστορική-πολιτισμική – πρακτική κίνηση τύπου Aufheben-Aufheboug του αισθητοκαλλιτεχνικού πνεύματός του, σε ρήξη με το σύστημα, την αλλοτρίωση κ.τ.λ. και ως μια ρηξικέλευθη πράξη απαρχής της ολικής απελευθέρωσής του από αυτό.
5*. Αντίστοιχη περίπτωση μοντέρνου και αφηρημένου γλύπτη ήταν στην Αμερική ο επίσης Έλληνας (ελληνικής καταγωγής ακριβέστερα) Λεκκάκις. Βλ. τον κατάλογο της έκθεσής του στην Εθν. Πινακοθήκη.
6*. Οι πιο ονομαστοί χαράκτες, μαθητές του Κεφαλληνού, ήταν η Β. Κατράκη και ο Τάσσος. Όμως έμειναν πολύ μακριά από τη μοντέρνα και ακόμη πιο πολύ την αφηρημένη τέχνη. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει η εμφάνιση γενικότερα μοντέρνου και ακόμη πιο πολύ αφηρημένου καλλιτέχνη στην Ελλάδα χωρίς σοβαρές σπουδές και μακρόχρονη διαμονή στο εξωτερικό δεν υπήρξε ποτέ. Ακόμη και ο Πανταζής αυτονομήθηκε στην εποχή του ύστερου ιμπρεσιονισμού στις Βρυξέλλες. Ο μοντερνισμός, κι ακόμη πιο πολύ η αφαίρεση, ήταν ένα διεθνές κίνημα με αναφορά αρχικά το Παρίσι, στη συνέχεια τη Ρωσία και το Μόναχο και μεταπολεμικά πάλι το Παρίσι, τις Βρυξέλλες, το Μόναχο, τη Ρώμη ως ένα βαθμό και τη Ν. Υόρκη. Όσοι έλληνες καλλιτέχνες έφθασαν στον μοντερνισμό και στην αφαίρεση μόνο στις πόλεις αυτές ή μέσω αυτών έγινε κατορθωτό. Οι Καπράλος, Κεφαλληνός, Μπουζιάνης, Στέρης, Κοντόπουλος, Σαραφιανός, Γαΐτης κ.α. συνέχισαν την ριζοσπαστικοποίηση και τη μοντέρνα-μοντερνιστική αυτονόμησή τους και μετά την επιστροφή τους στην Αθήνα από το Παρίσι (οι Καπραλος, Κεφαλληνός Κοντόπουλος, Γαΐτης), τη Ρώμη (ο Σαραφιανός) και τις Βρυξέλλες αντίστοιχα (ο Κεφαλληνός). Το ίδιο ισχύει ως ένα βαθμό και για τους πολύπαθους Στέρη και Μπουζιάνη, από όταν επέστρεψαν από το Παρίσι και το Μόναχο αντίστοιχα. Ο Σαραφιανός, ο Κοντόπουλος και ως ένα βαθμό και ο Σπυρόπουλος, εξέχοντες μοντέρνοι και αφηρημένοι ζωγράφοι, από το 1960 και μετά στην Ελλάδα αντιμετώπισαν ένα πολύ δύσκολο έως και εχθρικό περιβάλλον, που για τον Σαραφιανό ειδικότερα η χούντα ήταν ένας εφιάλτης.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Εκδ. Klincksieck.
- Εκδ. Gutenberg.
- Βλ. το αντίστοιχο κείμενό μας στα blog μας.
- Βλ. ib.
- Βλ. ib.
- Ν. Βέλμος, «Χαλεπάς», Φύλα του Φραγκελίου, 8, 1928, Φάρφουλας, 2019.
- Βλ. Μ. Καλλιγάς, Τεχνοκριτικά, Άγρα.
- Από την άποψη αυτή έχουν εξαιρετική σημασία οι μελέτες του Χαλεπά: Σκίτσα – Σχέδια – γραφισμός. Ο γραφισμόςς γενικότερα υποδηλώνει ακόμη και εκφράζει μια μοναδική ευαισθησία, και μάλιστα έχει μια ιδιαίτερη ανθρώπινη – ανθρωπιστική σηματοδότηση, όσο και αισθητική, που δεν έχει αναδειχθεί ακόμη από την ερευνα.
- D.- Calvo-Pletero: Ο γλυπτός χώρος του Γιαννούλη Χαλεπά, Χαντζηνικολή.
- Job on Job et ses amis, ou la misere de Job. Έτος κατ.: 1914…, 123Χ84Χ139. Έκδοση στο Knokke 1963 No 8.
- Βλ. και Μ. Horkheimer – Th. Adorno, Le Dialectique de la raison, Gallimard.
- Βλ. Ντ. Βαλλιέ, «Zervos face à l’ art abstrait», L’ art abstrait des années 50 dans le Legs Zervos, σσ. 7-12.
- Βλ. Cr. Zervos, 7 tendances de la sculpture contemporaine, κατάλογος έκθεσης. Μια από αυτές ήταν ο Σκλάβος.
- Βλ. τα κείμενα γενικότερα του L. Goldmann και ειδικότερα το Structures mentales et création culturelle (Médiations), έργο συνθετικό όλων των προηγουμένων ερευνών του στο χώρο της κοινωνιολογίας της τέχνης και της κουλτούρας.
- Βλ. τα διάφορα κείμενά μου που αναφέρονται σε αυτό το εξαιρετικά σημαντικό θέμα, σε αυτή την κεντρική διαλεκτική της ιστορίας σύμφωνα με τον Χέγκελ στο Η εποχή της καθορισμένης άρνησης (Αρμός) και σε κείμενα μας στα blog μας.
- Βλ. M. Horkheimer - Th. Adorno, Dialectique de la raison, Gallimard.
- Βλ. τα κείμενά μας για τον Σκλάβο και την Αισθητική θεωρία (Klincksieck) του Αντόρνο, το Dialectique négative (Payot) επίσης του Αντόρνο και το βιβλίο μας, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης (Αρμός). Βλ. ακόμη και Η. Marcuse, Théorie esthétique, Le Seuil.
- Ib. και κυρίως τα νεώτερα κείμενά μας, τα οποία είναι ακόμη αδημοσίευτα.
- Βλ. Α. Χάουζερ, Κοινωνική ιστορία της τέχνης, τ. 4., Κάλβος.
- Βλ. Γκ. Λούκατς, Η ψυχή και οι μορφές, Θεμέλιο.
- Μ. Shapiro, L’ art abstrait, Carré, La nature de l’art abstrait, Allia.