Σάββατο 12 Αυγούστου 2023

Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Χ. ΜΑΡΚΟΥΖΕ

Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ 

X. ΜΑΡΚΟΥΖΕ: Η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ - Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΑΡΝΗΣΗ  ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΝΗΣΗ

 Ι. Ο Λόγος της απόλυτης, της ολοκληρωτικής διοίκησης – ορθολογικοποίησε την καταπίεση και την εσωτερίκευσε στον άνθρωπο. Και επειδή ακριβώς στο μονοπωλιακό καπιταλισμό κυριαρχεί απόλυτα,  ολικά, εκτός από την αλλοτρίωση και η πραγμοποίηση, είναι απόλυτα αναγκαία – και επιβαλλόμενη – η  άρνηση του υπάρχοντος. Του υπάρχοντος ξεπεσμένου ολικά κόσμου.

Από την άλλη, σε αντίθεση με ότι πιστεύεται ευρύτερα, η  τεχνολογική πρόοδος1 αντιβαίνει στην πρόοδο  της κοινωνίας, και ακόμη περισσότερο ακυρώνει, αντιπαλεύει την όποια δυνατότητα ή προσπάθεια απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Ο προτεχνολογικός κόσμος ήταν ένας  κόσμος αυθεντικότητας, οργανικότητας κ.τ.λ., και με τον οποίο πρέπει οπωσδήποτε να επανασυνδεθεί η ανθρωπότητα, η χειραγωγημένη ανθρωπότητα, αλλά κυρίως η ανθρωπότητα σε διαδικασία απελευθέρωσης, χειραφέτησης, αυτοπροσδιορισμού.

Κατά τον Μαρκούζε ο κόσμος της τέχνης ξεφεύγει από το σύστημα και τις αδυσώπητες δομές του και μάλιστα κατορθώνει να  έχει πάντοτε ένα εγγενές στοιχείο χειραφέτησης. Με άλλα λόγια, ο ΧΧος αι. χαρακτηρίστηκε από την τάση προς τη διάσπαση της  ενότητας του είναι και της σκέψης  (Aufhebung) του ορθού λόγου και της τέχνης, με πολύ σημαντική την τάση προς  μια νέα αισθητική-κοινωνική ορθολογικότητα της απελευθέρωσης και ήδη απελευθερωμένης (έστω και σχετικά μέσα στο μονοπωλιακό καπιταλισμό) από τη δράση (την πράξη) των πρωτοποριών, αισθητικών και κοινωνικών. Από την άποψη αυτή, η τέχνη οφείλει να αποτελεί αφορμή ενίσχυσης και προτροπής για κριτική σκέψη, μια άρνηση ενάντια στην κατεστημένη πραγματικότητα. Η μοντέρνα τέχνη με την  ελευθερία, την ευτυχία, την πληρότητα και πολλά  άλλα δυναμικά στοιχεία της αντιβαίνει και αρνείται τη βιομηχανιοποιημένη τέχνη και κουλτούρα, τη βιομηχανοποιημένη πραγμοποίηση γενικότερα.

Κατά τον Μαρκούζε, «η τέχνη και η επανάσταση ενώνονται στη διαδικασία αλλαγής του κόσμου προς την απελευθέρωση», χωρίς να ταυτίζονται, και ίσως χωρίς πάντοτε να συμπίπτουν ή και να βρίσκονται σε άμεση σύνδεση. Η τέχνη συνιστά μια ριζοσπαστική αντιπολίτευση με επίκεντρο την καταγγελία της κατεστημένης πραγματικότητας, με  στόχο την απελευθέρωση, φθάνοντας μέχρι στις ρίζες των δομών της καπιταλιστικής κοινωνίας, ακόμη και στα ίδια τα άτομα, στη δομή της ατομικής προσωπικότητας. Έτσι ανοίγει ο δρόμος  προς την πραγματική, την χωρίς όρια και εμπόδια δημιουργική απελευθέρωση της κοινωνίας και του ανθρώπου: Η τέχνη ως «μεγάλη άρνηση», και ιδίως η μοντέρνα, με κύρια αναφορά το Νταντά, τον Σουρεαλισμό κ.α. Ακόμη περισσότερο: στην καρδιά της απελευθερωτικής διαδικασίας είναι η τέχνη και η κουλτούρα, ιδίως η μοντέρνα τέχνη, την οποία ο Μαρκούζε γνώριζε αρκετά καλά: Dada, Σουρεαλισμός, Fr. Kline,  Performance, Living theather.

 

Η τέχνη, κατά το Μαρκούζε, στη συνέχεια και του Αντόρνο και ειδικότερα της Αισθητικής θεωρίας2 του, έχει μια δική της δυναμική, είναι μια διαρκής επανάσταση σε επίπεδο σκέψης, πνεύματος, φαντασίας, η οποία εμπεριέχει δομικά την άρνηση.

Η έννοια της Άρνησης1* εξάλλου διακατέχει όλη τη σκέψη του Μαρκούζε, ως μια κριτική σκέψη-κατάσταση ξεσκεπάσματος και διαρκούς αποκάλυψης της αλλοτριωτικής – καταπιεστικής φύσης των υπαρχουσών δομών, αξιών, θεσμών, της καπιταλιστικής δομής, ηθικής και ειδικότερα της αναπτυγμένης βιομηχανικής, της κοινωνίας και της δομής του ύστερου καπιταλισμού, ο οποίος πλέον ταυτίζεται με την κυριάρχηση. Έτσι η κριτική σκέψη μέσα στη γενικότερη απο-αξιοποίηση (dévalorisarion) οδηγεί στην άρνηση και τη θεμελίωσή της ως αξία εφεξής, στο βαθμό που συνδέεται με την πράξη, την πράξη της άρνησης.

Η μοντέρνα τέχνη στις πιο προχωρημένες της τάσεις είναι η συγκεκριμενοποίηση της μεγάλης Άρνησης. Σε αυτήν είναι ενύπαρκτη η άρνηση, η ρήξη και συγχρόνως είναι ενύπαρκτες και οι μορφές της ανασυγκρότησης της κοινωνίας ολόκληρης. Η μοντέρνα τέχνη συλλαμβάνει έστω και εμβρυωδώς έναν άλλο κόσμο, ανθρώπινο και ελεύθερο. Από την άλλη, όσο η Τέχνη θα αρνείται το δοσμένο και κατεστημένο παρόν, θα περιέχει και θα εκφράζει μορφές μιας απελευθερωμένης κοινωνίας. Από την άποψη αυτή η Μοντέρνα Τέχνη θα είναι πάντοτε η Μεγάλη Άρνηση.

Ο Μαρκούζε κι ο Μπέκετ μέχρι τέλους πίστευαν στην ανατρεπτική αξία της τέχνης, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, σε μοριακό ακόμη επίπεδο. Για το λόγο αυτό ο Μπέκετ επ’ ευκαιρία των 80 χρόνων του Μαρκούζε έγραψε ένα ποίημα:

Βήμα το βήμα

προς το πουθενά

Κανείς δεν ξέρει

πώς να δείξει

Μικρά βήματα

προς το πουθενά

εντελώς προσωπικά.

 

ΙΙ.  Η ριζοσπαστική αρνητικότητα και θεωρία ίσως είναι τα τελευταία καταφύγια της ελπίδας, η οποία δημιουργείται  μέσα στον ύστερο και ιδίως στο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Η μόνη ελπίδα έτσι για την ανθρωπότητα παραμένει η Μεγάλη Άρνηση, η  οποία είναι απόλυτα αναγκαίο ν’αποκτήσει σύγχρονες μορφές, και πριν από όλα ν’αναβιώσει και να διαδοθεί. Από την άποψη αυτή, η νέα αισθαντικότητα κατέχει ένα κεντρικό χαρακτήρα στην όλη σύλληψη του Μαρκούζε.

Η αισθητική θεωρία και πράξη των πρωτοποριών πραγματοποιεί την υπέρβαση, το ξεπέρασμα της υπάρχουσας πραγμοποιημένης ολικά πραγματικότητας μέσα από τη σύλληψη και συγκρότηση ενός άλλου, νέου και δυναμικού κόσμου (univers), στο οποίο φθάνει η πρωτοπορία, ως άρνηση του υπάρχοντος ξεπεσμένου κόσμου. Από την άλλη, το  μοντέρνο έργο τέχνης ως μορφή είναι αυτάρκες και αυτοθεσμιζόμενο, με μια ίδια δομή και συγκρότηση πάντοτε δυναμική, εν τω διαρκές γίγνεσθαι.

Μέσα από τη νέα μορφή που αναζητεί και ως ένα βαθμό επιτυγχάνει η μοντέρνα τέχνη ήδη μέσα στον καπιταλισμό, ανιχνεύει μια νέα κοινωνική λειτουργία, πέραν από την ανιαρή ρουτίνα της ζωής. Έτσι η τέχνη εισάγει τη γιορτή, την ανύψωση, το ρήγμα ως δομικά στοιχεία του άλλου, του άλλου της, όπως λέει ο Αντόρνο, ενός εν σπέρματι νέου και απελευθερωμένου κόσμου, μακρυά από την αλλοτριωτική καθημερινότητα και βέβαια τη δουλειά.

Η νέα Μορφή, που αναδύεται έτσι, επισημαίνει τη ριζοσπαστική δύναμη της τέχνης: Δημιουργία. Η αισθητική φόρμα ενός απελευθερωμένου κόσμου αναδύεται εμμενώς, κι έτσι ενισχύεται η ριζοσπαστική δύναμη της τέχνης. Η αισθητική φόρμα της πρωτοπορίας είναι η μόνη δυνατή να μεταδώσει τη ριζοσπαστική δύναμη της τέχνης. Η νέα τέχνη που δημιουργείται, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, είναι μια μορφή Αντι-τέχνης, ως η εξέγερση και η αμφισβήτηση ενάντια στην παραδοσιακή τέχνη. Δημιουργεί μια νέα γλώσσα και συγχρόνως εκφράζεται με πολλές μορφές: καταστροφή της σύνταξης, αποσπασματοποίηση νοημάτων και εκφράσεων, εκρηκτική χρήση πεζών εκφράσεων της καθημερινής γλώσσας, αυτοσχεδιασμός στη μουσική, μια διαρκής ολική παραμόρφωση. Αυτή είναι η νέα Μορφή, που θα οδηγήσει στην απελευθερωμένη και συγχρόνως απελευθερωτική μεταμορφή, ως δομική πάντοτε εναντίωση στην κυριάρχηση.

Από την άλλη, η αντι-τέχνη εναντιώνεται δομικά, συνειδητά στην κυριάρχηση όσο δημιουργεί νέες και ριζοσπαστικές μορφές απέναντι στην κυρίαρχη κουλτούρα. Οι αυθεντικοί πρωτοπόροι δημιουργοί με ένα νέο ήχο, νέο στίχο, νέα σύνθεση στη ζωγραφική κ.α., στο βαθμό που δεν υποχωρούν στις απαιτήσεις της Μορφής μπορεί να φθάσουν στην σύλληψη ενός νέου και απελευθερωμένου κόσμου. Μιας νέας μεγάλης τέχνης και κουλτούρας ως δομικά αρνητικών της μορφής της υπάρχουσας πραγματικότητας, των υπαρχουσών μορφών γενικότερα.

Η μοντέρνα πρωταρχικά τέχνη με βάση τις εσωτερικές ενορμήσεις της είναι - ή καλύτερα γίνεται -  απελευθερωτική μέσα από τις γνωστικές δυνατότητές της που αναπτύσσει απέναντι στο σύστημα, και συγχρόνως στο βαθμό που ξεπερνά το γενικευμένο αίσθημα του θανάτου που προκαλεί ο περιβάλλοντας ξεπεσμένος κόσμος. Η μοντέρνα τέχνη είναι έτσι μια κατά πολύ ευρύτερη από μια απλά παραδοσιακή τέχνη, στο βαθμό που ανοίγει νέους δρόμους για τη γνώση της αλλοτριωμένης πραγματικότητας, με επίκεντρο πάντοτε την απελευθέρωση του ανθρώπου.

Όμως, πάντα κατά τον Μαρκούζε, μόνο με την ενεργοποίηση των κρυμμένων και καταπιεσμένων δυνατοτήτων που βρίσκονται αποθηκευμένες στον εσωτερικό κόσμο της ανθρωπότητας θα μπορέσει να δημιουργηθεί, με όρους ιδεολογίας, όπως θα έλεγε ο Γκράμσι2*, μια απελευθερωτική τέχνη. Και  η πραγματοποίηση αυτή, πάντα κατά τον Μαρκούζε, μόνο με τον Σοσιαλισμό θα γίνει εφικτή. Πρόκειται για μια δυνατή ιστορική πραγματοποίηση ως σύνθεση των ιστορικών απελευθερωτικών, διαφωτιστικών ρευμάτων και κινημάτων και συνάμα ως πέρασμα σε μια νέα ποιότητα, με βασικό συστατικό την διακινδύνευση, τη Μεγάλη Άρνηση. Υπ’ αυτή την έννοια ο Λόγος θα ανασυγκροτηθεί  πρωτοπόρα, ριζοσπαστικά, ανθρωπιστικά: Απελευθέρωση της τέχνης, απελευθέρωση της κοινωνίας γενικότερα  με επίκεντρο και αναφορά τον ανθρωπισμό. Χωρίς τον Ανθρωπισμό πάντοτε στο επίκεντρο και πάντοτε ως αναφορά η απελευθέρωση δεν θα υπάρξει ποτέ. Η ανασυγκρότηση της σκέψης που πρέπει να επέλθει είναι τιτάνεια, δομικά αντιθετικιστική, αντιεμπειριστική και αντιωφελιστική: Ανθρωπιστική3.

 

ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ

Ι. Η απόλυτη ανάγκη  της στοχαστικότητας (réflexivité) διαπερνά όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, τις τεχνοδομές,  την τεχνολογία, την επιστήμη, την καθημερινή ζωή κ.α. και θέτει το κρίσιμο ερώτημα, με επίκεντρο πάντοτε τον άνθρωπο, των σκοπών, των μέσων, των διαδικασιών, ως αναπόσπαστα μέρη της κυριάρχησης και της καπιταλιστικής ολότητας, από την οποία η ανθρωπότητα, σύμφωνα με τον Γκορζ4 επιβάλλεται - είναι αναγκαίο5 - να βγει. Σύμφωνα με τον Μαρκούζε η ανθρωπότητα είναι απόλυτη ανάγκη  οπωσδήποτε, να αμφισβητεί διαρκώς. Και ακόμη περισσότερο: είναι απόλυτα αναγκαίο να συνειδητοποιήσει την ανάγκη ξεπεράσματος αυτής της ολικά αρνητική κατάστασης. Έτσι η απόλυτη στοχαστικότητα, μετασχηματίζοντας το υλικό, το εμπειρικό σε πνεύμα, προβληματική, κουλτούρα, ιδεολογία θα τείνει ν’αναδείξει τις δομικές τάσεις του συστήματος προς τη ρήξη, το ξεπέρασμα, με στόχο τον σοσιαλισμό, έστω και δύσκολο6, κατά τον Γκόρζ (ο οποίος ήταν φίλος με τον Μαρκούζε και είχε επηρεαστεί καθοριστικά από τη ριζική κριτική του νεοκαπιταλισμού). Και σε αυτή όλη τη διαλεκτική του απόλυτου στοχασμού και της απόλυτης πράξης, κεντρικό ρόλο έχει πάντα το υποκείμενο, το σκεπτόμενο και δρων υποκείμενο.

Το συνειδητοποιημένο μαρξικό υποκείμενο – για τον εαυτό του –, το οποίο στοχάζεται και αναστοχάζεται κριτικά συνεχώς για την ύπαρξή του, για τους όρους της μίζερης και αλλοτριωτικής ύπαρξής του μέσα στον ύστερο καπιταλισμό.

Ο ουμανισμός του Μαρκούζε7 (και του Γκόρζ8) είναι ένας αυτόνομος ουμανισμός, ή ένας ουμανισμός της αυτονομίας, στη συνέχεια του ιστορικού ουμανισμού και του Διαφωτισμού, που έδωσε τη δυνατότητα στην ανάδυση της σύγχρονης κριτικής σκέψης.

 

Η στοχαστικότητα του Γκορζ ως συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ της όποιας κριτικής σκέψης προέρχεται, όπως και του Μαρκούζε από τη φαιμενολογία κυρίως του Χούρσελ, με έντονο αντιμηχανηκιστικό9 και αντιθετικιστικό στοιχείο, ως απάντηση ακριβώς σε αυτές τις υποβιβαστικές τάσεις του πνεύματος που άρχισαν να εμφανίζονται και να διαδίδονται με τη μονοπωλιοποίηση της οικονομίας στις αρχές του ΧΧου αι. Αυτή η τάση προς τη στοχαστικότητα συναντήθηκε στη δεκαετία του 1960-70 στον Γκορζ με την στοχαστικότητα του διεθνούς εργατικού και ευρύτερα κοινωνικού κινήματος, με το κίνημα της παγκόσμιας αμφισβήτησης και άρνησης γενικότερα, μαρκουζαϊκής έμπνευσης, επίδρασης και με τη μαρκουζαϊκή στοχαστικότητα, επίσης χουρσελιανής προέλευσης.

Μεταπολεμικά όσο δυνάμωνε το διεθνές ειρηνικό, αντι-ιμπεριαλιστικό και κοινωνικό κίνημα3*, δυνάμωνε και η τάση προς τη στοχαστικότητά του γενικά, με απώγειο το κίνημα του Μάη του ’68 στο Παρίσι, κίνημα που κράτησε για ακόμη μια δεκαετία (μέχρι το 1978), και μάλιστα διεθνώς, ακόμη και στην Ελλάδα: Κοινωνικό και πολιτικό-ιδεολογικό κίνημα προχουντικό, αντιχουντικό στη συνέχεια και κοινωνικό στη μεταπολίτευση. Κίνημα πριν το Μάη, μετά τον Μάη, και στη συνέχεια ριζοσπαστικά κοινωνικό, και ιδίως στην Ιταλία, οικολογικό, φεμινιστικό, εναλλακτικό σε όλο τον κόσμο. Δεκάδες οργανώσεις, τάσεις, περιοδικά, εφημερίδες, ομάδες, Σεμινάρια, Συνέδρια, έρευνες, εκδόσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη διεθνώς από το 1945 μέχρι το 1978, με έντονο το στοιχείο της αμφισβήτησης, της  κριτικής και της άρνησης του συστήματος. Το ξεπέρασμα δεν ήλθε, αλλά ήταν διαρκώς στην επικαιρότητα ως θέαση και εν μέρει και ως πράξη, πρωταρχικά δε ως ιστορική οπτική θέαση, παρά τις πολλαπλές διαφορές και θεωρητικοποιήσεις στο εσωτερικό του κινήματος.

Στοχαστικότητα και θεωρητικοποίηση ήταν οι δύο νέες και πρωτότυπες παράμετροι που ανέδειξε το παγκόσμιο κίνημα αμφισβήτησης για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία. Η στοχαστικότητα του μεταπολεμικού παγκόσμιου κινήματος της αμφισβήτησης ήταν μια ιστορικά νέα κατάσταση-ποιότητα, μια νέα πνευματική-θεωρητική-ιδεολογική κατάκτηση… Η ιστορία του διεθνούς εργατικού και επαναστατικού κινήματος τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αι., τα διάφορα επαναστατικά κινήματα και τάσεις μελετούνταν συνέχεια, ήταν η αναφορά, θεωρητικοποιούνταν μάλιστα συστηματικά υπό την οπτική της ιστορικής και κριτικής στοχαστικότητας, που αναδείχθηκε μεταπολεμικά. Όλα τα μεγάλα θέματα τακτικής και κυρίως στρατηγικής διερευνώνται συστηματικά, θεωρητικοποιούνται και επαναθεωρητικοποιούνται  συνέχεια πάντοτε κριτικά, υπό την οπτική της διαδεδομένης πλέον πλατιά ιδέας της μεγάλης άρνησης, της γενικότερης ριζοσπαστικής συνειδητοποίησης και της ανάγκης ξεπεράσματος του συστήματος γενικά, του μονοπωλιακού αυταρχικού πλέον ολικά καπιταλισμού ειδικότερα. Το κίνημα μέσα στην πολυμορφία του, στην πολύμορφη θεωρητικοποίηση και πρακτική του  αναδεικνύεται  σε μια αυτοτελή, αυτόνομη με τη δική της πολύμορφη λογική και πρακτική οντότητα-κατάσταση. Το κίνημα στοχάζεται και αυτοστοχάζεται δυναμικά, πολύμορφα, αυτόνομα και αναπτύσσεται αποκτώντας συνεχώς νέες μορφές.

Το κίνημα μάλιστα της αμφισβήτησης γίνεται διεθνές, παγκόσμιο ίσως όπως θα λέγαμε σήμερα, στις δεκαετίες 1960-70, ενώ το κίνημα της Νέας Αριστεράς, με επίκεντρο την ιδέα της μεγάλης άρνησης του Μαρκούζε, δίνει μια άλλη διάσταση και προκαλεί ένα διεθνή στοχασμό πάνω στα μέσα και τους σκοπούς του με καινοτόμο όσο και ριζοσπαστικό τρόπο.  Η νέα στοχαστικότητα του κινήματος, ριζοσπαστική, αυτόνομη, ακόμη και ανατρεπτική γίνεται η νέα αρχή, η αρχή της στοχαστικότητας και της θεωρητικοποίησης με στόχο το ξεπέρασμα του εμπειρισμού και του θετικισμού, των μηχανιστικών, απλοϊκών και δογματικών αντιλήψεων του επίσημου μαρξισμού και τη διαμόρφωση έτσι των όρων ώστε η θεωρία-θεωρητικοποίηση να δημιουργήσει καλύτερες ιστορικοκοινωνικές προϋποθέσεις για την πράξη. Η ενότητα της θεωρίας με την πράξη, η αναζήτηση της πράξης, της κοινωνικής και πολιτικής πράξης, αυτής που θα έβγαζε το κίνημα από το αδιέξοδο, ήταν μία από τις κύριες διαστάσεις της όλης κινητοποίησης της εποχής. Η δε Σχολή της πράξης της Γιουγκοσλαβίας συγκροτήθηκε  ακριβώς για να δώσει έμφαση στον καταλυτικό-μετατρεπτικό ρόλο της πράξης. Από το 1978 όμως και μετά αρχίζει η μεγάλη αντιδραστική καμπή, η μεγάλη υποχώρηση και η προοδευτική διάλυση του κινήματος, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που  ασύλληπτες, αδιανόητες πριν νεοσυντηρητικές ιδέες και πρακτικές να ξεπεταχτούν  ξαφνικά και να δημιουργήσουν προβλήματα με πολύ δύσκολους όρους. Από όταν δε εμφανίστηκε ο νεοφιλελευθερισμός της ΤΙΝΑ, τα πάντα άλλαξαν άρδην. Παρόλα αυτά, όπως αναλύσαμε σε άλλα κείμενά μας, από το Σιάτλ και εδώ άρχισε να αναδύεται και να συγκροτείται μια νέα στοχαστικότητα, με επίκεντρο την  Altermοdialisation.

 

Στην περίοδο της νεοσυντηρητικής καμπής και της προϊούσας αποϊδεολογικοποίησης που αρχίζει από το 1978 και εδώ η ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών  δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε κάποιος σοβαρός κριτικός διανοούμενος ή θεωρητικός ασχολήθηκε πολύ με τέτοιες νεκρές (κατ’ αυτόν) έρευνες ή μελέτες. Αντίθετα πριν και επί σειρά ετών  είχε αναπτυχθεί παγκόσμια μια νέα κριτική στοχαστικότητα από τη βάση, και όχι μόνο, η οποία ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια και την αφετηρία της αρχικής χουρσελικής στοχαστικότητας. Η αναζήτηση των κριτικών ιδεών στα νεότερα χρόνια προήλθε και στηρίχθηκε στην ιστορική ιδέα της στοχαστικότητας4* που εισήγαγε ο Χούρσελ μέσω των νεαρού Λούκατς, Αντόρνο, Μαρκούζε και στη συνέχεια των Γκολντμάν, Γκορζ, Λεφέβρ, Βανεγκέμ,  κ.α., αλλά πήρε διαστάσεις, απόκτησε ένα κριτικό ακόμη και ανατρεπτικό πνεύμα με μια πρωτόγνωρη ορμή (élan), για να θυμηθούμε και τον Μπερξόν, που με τον τρόπο του έπαιξε άθελά του έναν σημαντικό ρόλο για τη συγκρότηση της ιστορικής αλλά και της μεταπολεμικής κριτικής θεωρίας.

Ο Αντόρνο10 και ειδικότερα, αλλά  κυρίως, ο Μαρκούζε11 (και στη συνέχειά του ο Γκορζ)12 μπόλιασαν τη μαρξιστική στοχαστικότητα με τη χουρσελική, την οποία ανασυγκρότησαν διαλεκτικά και κριτικά, καλύπτοντας ετσι ένα σημαντικό κενό στην ιστορική μαρξιστική θεωρητικοποίηση, αλλά και στη νεώτερη κριτική θεωρία, όπως αυτή είχε διατυπωθεί από τους Χορκχάϊμερ και Αντόρνο στις αρχές της δεκαετίας του 1930.  Έτσι η μαρξιστική θεωρία μετουσιώθηκε σε κάτι το νέο, σε μια νέα και δυναμική θεωρητική κατάσταση, μοντέρνα-μοντερνιστική. Αποκτά έναν πρωτόγνωρο στοχαστικό πνευματισμό, νέα και δυναμικά στοιχεία, με έντονες τις τάσεις προς τον αυτοπροσδιορισμό, μέσα στο γενικότερο απελευθερωτικό πνεύμα του μοντερνισμού στην τέχνη και τη σκέψη-θεωρία.

Το κίνημα στα νεώτερα χρόνια, αποκτώντας μετά από τις νεότερες συνεχείς εξεγέρσεις και επαναστάσεις από το 195313 και εδώ όλο και μεγαλύτερη αυτοσυνείδηση, και σε ρήξη με το σταλινισμό, που στην ουσία είχε γίνει παράρτημα του συστήματος στη Δύση ενώ στην Ανατολή ήταν το ίδιο τo σύστημα, ανάπτυξε τη νέα και κριτική στοχαστικότητα για πρώτη φορά στην ιστορία. Δεν υπήρξε θέμα που ν’απασχολούσε το κίνημα, ζήτημα τακτικής ή οργάνωσης και στρατηγικής που να μη συζητήθηκε με κάθε τρόπο. Έτσι η νέα στοχαστικότητα είχε αναδειχθεί σε ένα αντίπαλο θεωρητικό και ιδεολογικά πολιτικό δέος μέσα στο σύστημα, χωρίς να ενσωματώνεται σε αυτό, σε ένα κίνημα πάντοτε και σταθερά ενάντιά του.

Μετά τη μεγάλη αρνητική καμπή του 1978 (υποχώρηση των εργατών της Μιραφιόρι ύστερα από 2 μήνες απεργία), ο καπιταλισμός άρχισε να μπαίνει σε άλλο στάδιο: Απορρύθμιση, αποθέσμιση, παγκοσμιοποίηση, νεοφιλελευθερισμός και ταξηφιλελευθερισμός. Η νέα αυτή περίοδος με τη νέα βαρβαρότητα που επέφερε  παγκόσμια με το  νέο διεθνή καταμερισμό5* της εργασίας που επέβαλε, δημιούργησε και παγίωσε, είχε σαν αποτέλεσμα τη διάλυση του ιστορικού κινήματος της αμφισβήτησης διεθνώς. Συγχρόνως με την εσωτερική κοινωνική διάλυση που επέβαλε, διέλυσε το κοινωνικό, την κοινωνία γενικότερα. Και πρώτιστα διέλυσε το κοινωνικό υποκείμενο: Η διαρκής αποβιομηχανοποίηση των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών είχε σαν άμεση επίπτωση τη διάλυση του ιστορικού εσωτερικού κοινωνικού υποκειμένου. Έκτοτε νέα κινήματα εμφανίστηκαν, κυρίως μετά την εξέγερση του Σιάτλ, αλλά δεν είχαν καμία τάση προς την ηγεμονία όπως πριν, δεν κατάφεραν να γίνουν κινήματα σταθερής αμφισβήτησης του συστήματος, δομικής  κριτικής του.

Στην οδυνηρά αβέβαιη μεταπαγκοσμιοποίηση14 που μπήκε η κοινωνία στον 21ο αι. με την επιστροφή του πολέμου ως μέσο επίλυσης των ακραίων αντινομιών του συστήματος, είναι απόλυτη ανάγκη η ανάπτυξη μιας νέας κοινωνικότητας6* από τα κάτω με την αντίστοιχη νέα και κριτική στοχαστικότητα,  αν θέλουμε να ξεπεραστεί, ν’ανατραπεί ο δομικά εγκληματικός νεοφιλελεύθερος και ταξηφιλελεύθερος παγκοσμιοποιημένος  καπιταλισμός.

 

Το παλιό ερώτημα του ιστορικού και νεώτερου κινήματος, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση15, που τόσο το βασάνισε, πρέπει να διερευνηθεί άμεσα: Μεταρρύθμιση και Επανάσταση, με στόχο να νικηθεί, να υπερβληθεί, να ξεπεραστεί, ν’αποτραπεί, η απύθμενη, η ολική τοξικότητα και βαρβαρότητα του συστήματος.

Δεν είμαστε πλέον στην εποχή του άλλου επίσης κρίσιμου διλήμματος, Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Σήμερα είναι αναγκαίος περισσότερο παρά ποτέ, ο Σοσιαλισμός ως άρνηση, ξεπέρασμα, κατάργηση της γενικευμένης βαρβαρότητας, του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Ο αγώνας θα είναι ιστορικών διαστάσεων, αλλά πρέπει να δοθεί και όχι να αρκεστούμε σε απατηλά ευχολόγια, σε προσαρμογές των προσκυνημένων, των λακέδων, των υπηρετών κάθε συστήματος, κάθε λογής, μορφής και έκφρασης.

Γενικό σύνθημά μας πρέπει να γίνει:

Όχι άλλα Τέμπη,

«Λευτεριάς λίπασμα οι πρώτοι νεκροί»

από τον ταξηφιλευθερισμό16.7*

 

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΗ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ  

Αυτή είναι ένας από τους κινητήριους μοχλούς της μοντερνιτέ, με αναφορά, προέλευση τον Χούρσελ. Στην πορεία συγκρότησης της κριτικής θεωρίας αυτονομήθηκε. Έτσι κατόρθωσε ως τέτοια (αυτόνομη) να:

- Επιβάλλει, μια συνεχή ανταπάντηση, που ωθεί προς τη γενίκευση.

- Ωθεί προς την αποφυγή της αξιολογικής ουδετερότητας.

- Τείνει στην ερμηνεία των δεδομένων, σε μια γενικότερη ερμηνευτική.

Η κριτική στοχαστικότητα ενέχει ή οδηγεί εκ των  πραγμάτων  σε μια απελευθερωτική ερμηνευτική, κατά τον Μάρκους και  μετατρέπεται σε μια έννοια μάχης  απέναντι στην καπιταλιστική – βιομηχανική κοινωνία που καταστρέφει τις ίδιές της τις βάσεις.

Με αφετηρία την αξιολογική ουδετερότητα του Μ. Weber, η στοχαστικότητα μετατρέπεται σε μια διαδικασία αυτόνομη και αυτοστοχαζόμενη. Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες επιβάλλεται να αυτοστοχάζονται συνεχώς για τη μέθοδο και να επικαιροποιούν συνεχώς κριτικά τις έννοιές τους.  Έτσι δημιουργείται συνέχεια νόημα, έννοια, εννοιολόγηση. Μια συνεχής κριτική εννοιολόγηση, που σε διαλεκτική σύνδεση με το κίνημα δημιουργεί τις προϋποθέσεις νοηματοδότησής του προς την κατεύθυνση πάντοτε της απελευθέρωσης και της αυτονομίας. Το καθεστώς της αυτονομίας της κριτικής θεωρίας  γενικότερα, ακόμη και το ίσως αυτόνομο, με ιστορική πάντοτε θεμελίωση αλλά και θέαση, προοπτική είναι κρίσιμης σημασίας και σε κάθε περίπτωση συνιστά την προϋπόθεση της απελευθέρωσης. Το ιστορικό και κοινωνικό υποκείμενο μέσα από αυτή τη διαδικασία αποκτά μια αυτόνομη συνείδηση μεταλλαγής, κριτικής, άρνησης. Πρόκειται για ένα γενικότερο δηλαδή σχέδιο, που ξεπερνά τις ατομικές αφηγήσεις, τις ιδιαιτερότητες, τις μονομέρειες και τις παρεκτροπές των ατομικών πρακτικών. (Σε ατομικό επίπεδο εξάλλου είναι αρκετά δύσκολο να μιλήσουμε για πράξη. Αυτή είναι κατά κανόνα πάντοτε συλλογική, με την αντίστοιχη κατά τον Γκολντμάν17, θεώρηση του κόσμου, και κυρίως  ιστορική – απελευθερωτική).

 

Η στοχαστικότητα ως συστηματική και συνεκτική θεώρηση έχει κυρίως φιλοσοφική-φαινομενολογική προέλευση. Στην πορεία επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε κριτικά πολλές από τις νεώτερες κοινωνικές  επιστήμες, όπως για παράδειγμα την  ψυχανάλυση και κυρίως τη νεώτερη κριτική θεωρητικοποίηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας του G. Freedmann18, προς την κατεύθυνση της σύλληψης και επεξεργασίας μιας ολικής στοχαστικότητας με συνεχώς νέους όρους, όπως εξελισσόνταν και οι μορφές της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας στον μονοπωλιακό καπιταλισμό.

Η στοχαστική συνείδηση είναι – ή πρέπει να γίνει – κεντρική στην όλη συγκρότηση και δομή των υποκειμένων, ατομικών και συλλογικών. Φιλοσοφικά μιλώντας, η στοχαστικότητα παίρνει τον εαυτό της για αντικείμενο. Πρόκειται δηλαδή για μια ικανότητα που συνίσταται στο στοχασμό για τον ίδιο τον εαυτό της. Για την κριτική θεωρία αυτή η κατάσταση είναι πάντοτε κριτική και αυτο-αναιρετική, στο βαθμό που προσπαθεί να ξεπεράσει κριτικά την ολική αλλοτρίωση και πραγμοποίηση:  Η κριτική- διαλεκτική μέθοδος που αποσκοπεί πάντοτε στο ξεπέρασμα, γνωσιακό πρώτα και κοινωνικό-ιστορικό στη συνέχεια, υπό τη μοντέρνα κριτική εκδοχή της. Στη συνέχεια της διαδικασίας συγκρότησής της η κριτική θεωρία προσανατολίζεται προς τη μετα-επιστημολογική στοχαστικότητα, τη σύγχρονη δηλαδή μετακριτική19 θεωρία, τη μετα-αισθητική κ.τ.λ.

Η στοχαστικότητα είναι ο αυθόρμητος στοχασμός που παίρνεται ο ίδιος ως αντικείμενο, διαμορφώνοντας τα επιστημολογικά κριτήρια ορθολογικής πράξης. Ως στοχασμός αυτο-ελέγχει και εμπεριέχει δομικά την επιστημολογική και μεθοδολογική ορθότητα, την εγκυρότητα  (pertinence, validité)  και τη συνεκτικότητα (coherence) προς μια σύγχρονη αυτοσκεπτόμενη διαλεκτική. Τη συνάφεια ακόμη των εννοιών και τη συνεκτικότητα της μεθόδου προσέγγισής της. Έτσι η κριτική θεωρία προσανατολίζεται προς μια σύγχρονη αυτοσκεπτόμενη διαλεκτική. Ως στοχασμός αυτο-ελέγχει την ορθότητα και την εγκυρότητα, όπως έλεγε και ο Γκολντμάν, της όλης προβληματικής της (διαλεκτική ολότητα).

Με βάση τη στοχαστικότητα ως έννοια-αναφορά συγκροτήθηκε το επιστημικό –επιστημολογικό πεδίο της μοντερνιτέ στην τέχνη και την κοινωνική θεωρία20. Ο Μαρκούζε εξάλλου γνώριζε  άριστα τα πρωτοπόρα προτάγματα για τη μοντέρνα καλλιτεχνική γλώσσα, των πρωτοποριών, την αποσπασματικότητα της γλώσσας των πρωτοπορειών,  με προέλευση το Νταντά και επεδίωξε τη σύλληψη και τη δημιουργία μιας αντίστοιχα αποσπασματικής φιλοσοφικής και αισθητικής γλώσσας, όπως ο Αντόρνο. Ο Μαρκούζε έτσι παρέμεινε προσηλωμένος σε όλα τα έργα του, ακόμη και στην Αισθητική διάσταση21,  σε μια γλώσσα σχετικά πεζή, εύληπτη, απλή, τρέχουσα, παρά  την εμβρίθεια, τη σημασία, το βάθος και τον πλούτο των θεωρητικών ιδεών, το εύρος των συνθέσεων που επιχείρησε,  ξαναγυρνώντας ακόμη και στον Φουριέ,  θεωρητικοποιώντας τον απόλυτο αρνητισμό του (Φουριέ) για τη βιομηχανιστική ανάπτυξη, υπό την οπτική πάντοτε της Μεγάλης Άρνησης, του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού και της αναγκαίας και επιβεβλημένης Επανάστασης…

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1*. H έννοια αυτή προέρχεται από την Αρνητική διαλεκτική (Payot) του Αντόρνο, αλλά με μια νέα ριζοσπαστική – θετική, δηλαδή,  ανατρεπτική σηματοδότηση, κατά τον Μαρκούζε.

2*. Η ανάγνωση που κάνει ο Γκράμσι του ιστορικού Προλόγου της Κριτικής Πολιτικής Οικονομίας  (Aναγνωστίδης) του Μαρξ ανοίγει ένα νέο δρόμο στη διαλεκτική σκέψη, ως βασικά και ολικά αντιθετικιστική και αντι-εμπειριστική. Ο Γκράμσι υπό την επήρεια των Γερμανικού και Ιταλικού ιδεαλισμού και ρομαντισμού διαβλέπει, επισημαίνει και αναδεικνύει την αυτονομία των ιδεολογικών μορφών, «στις οποίες πρέπει να φθάσουμε στο τέλος τους» (Μαρξ), του εποικοδομήματος κ.α. Έτσι ανοίγει και το δρόμο για την ανάδειξη της θεωρητικής της πολιτικοποιητικής-ιδεολογικής πράξης ως φιλοσοφία της πράξης, όπως ήθελε εμβρυωδώς και ο Μαρξ σε μια  από τις Θέσεις για τον Φόϋερμπαχ (Διογένης).

Συγχρόνως με τις επισημάνσεις του αυτές ανοίγει το δρόμο για τη συνθετική, την πολύπλοκη και πολύμορφη διαλεκτική θεώρηση που αρχίζει λίγο αργότερα η Σχολή της Φρανκφούρτης και που στα νεώτερα χρόνια έχει αναδειχθεί πλέον ως η μόνη επιστημολογικά και μεθοδολογικά έγκυρη σύλληψη-θεωρητικοποίηση που μπορεί να εισφέρει καθοριστικά στο ξεπέρασμα. Στην πραγματοποίηση του ιστορικά επιβαλλόμενου ξεπεράσματος με όρους χειραφέτησης,  απελευθέρωσης. Βλ. Α. Γκράμσι, Οι διανοούμενοι, Η οργάνωση της κουλτούρας, Παρελθόν και παρόν, Στοχαστής και Οeuvres politiques, Gallimard.

 3*. Για τις σχέσεις, ρητές ή υπόρρητες, της κοινωνικής θεωρίας με το κίνημα  βλ. το βιβλίο μας, Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. ΙΙ, και ένα νέο κείμενό μας υπό έκδοση. Γενικότερα θέση μας είναι ότι δεν υπάρχει κριτική θεωρία χωρίς κίνημα, αλλά και η ίδια η κριτική θεωρία είναι ένα σύνθετο θεωρητικό προϊόν του κοινωνικού κινήματος των αρχών του ΧΧου αι. Η κριτική θεωρία, όπως εξάλλου έχουμε τονίσει κατ’ επανάληψη, δεν είναι μια αποϊδεολογικοποιημένη κατασκευή κάποιου υποθετικού ινστιτούτου. Αντίθετα το Ινστιτούτο κοινωνικών ερευνών που είχαν  ιδρύσει οι Χορκχάϊμερ και Αντόρνο είχε ως κύρια εργασία τη διερεύνηση του κινήματος, όπως φαίνεται και από τον ιστορικό τόμο Κοινωνιολογία (Κριτική) που εξέδωσαν.

 4*.  Η στοχαστικότητα από τη φύση της δομικά είναι πάντοτε μια δυναμική έννοια, απαλλαγμένη από τα μηχανηκιστικά-στατικά μοντέλα της παραδοσιακής σκέψης.

5*. Για το εξαιρετικά σημαντικό θέμα της κοινωνικής και διεθνούς διαίρεσης της εργασίας βλ. τη Maitrise μας Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Paris VIII, τα κείμενα του Φρηντμάν, και γενικότερα την προβληματική που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά για τον ανθρωπιστή και νεαρό Μαρξ.  Βασική θέση του Μαρκούζε ήταν η πλήρης άρνηση της διαίρεσης της εργασίας ως προϋπόθεση της απελευθέρωσης, στη συνέχεια όχι μόνο της επαναστατικής προβληματικής του νεαρού Μαρξ αλλά και της Πολιτείας του Πλάτωνα. Ο Μαρκούζε εξάλλου ήταν πάντα στη συνέχεια του νεαρού ανθρωπιστή Μαρξ, ο οποίος διατύπωσε την επαναστατική θέση για την πλήρη άρνηση της διαίρεσης της εργασίας, στη συνέχεια της τουλάχιστον υπόρρητης κριτικής της διαίρεσης της εργασίας του Πλάτωνα (Πολιτεία).

 6*. Βλ. και τα σχετικά κείμενα μας σε άλλα βιβλία μας και την επικαιροποίηση της αντίστοιχης προβληματικής μας στην παρούσα έκδοση. Σε κάθε περίπτωση λόγω της κομβικής σημασίας που έχει για κάθε απελευθερωτική προβληματική η έννοια της κοινωνικότητας σε σχέση με τις λιγότερο ή περισσότερο αναγκαστικές κοινωνικές αλλαγές, επιβάλλεται η συνεχής επικαιροποίηση και ο εμπλουτισμός της κριτικής σκέψης σύμφωνα και με τα νεώτερα στοιχεία και αναδεικνύει πάντα το σύγχρονο κοινωνικό κίνημα, όπως έγινε στη Γαλλία με το κίνημα των Κίτρινων γιλέκων και πιο πρόσφατα με το κίνημα ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν.

 7*. Το κείμενο αυτό, για  τον Μαρκούζε, συναισθηματικά πολύ φορτισμένο, συντάχθηκε την ημέρα του τραγικού ατυχήματος των Τεμπών (15-3-2023), για τον ερχομό του οποίου είχαν εργαστεί συστηματικά και συνειδητά οι νεοφιλελεύθεροι. Από την εποχή του πατέρα Μητσοτάκη και του Σημίτη, ίσως και από πριν, από την εποχή της νεοσυντηρητικής καμπής του ΠΑΣΟΚ το 1985. Το έγκλημα ολοκλήρωσαν οι ταξηφιλελεύθεροι στην εποχή των μνημονίων, που έκαναν αφεντικά του ΟΣΕ  Ιταλούς  μαφιόζους, προφανώς με το αζημείωτο.

 8*. Ο G. Freedmann ήταν διδάκτορας φιλοσοφίας στο μεσοπόλεμο, φίλος του Α. Λεφέβρ. Στη συνέχεια όμως συγκεκριμενοποιώντας τον ανθρωπισμό του και την αγάπη του για τον κόσμο της εργασίας  στράφηκε στη μελέτη της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας. Ουσιαστικά ήταν ο ιδρυτής και θεμελιωτής της ουμανιστικής κοινωνιολογίας της εργασίας με πλήθος ερευνών και δημοσιεύσεων. Εισήγαγε την έννοια machimisme (μηχανισμός) με κριτικό τρόπο και στην οποία έδωσε κεντρικό χαρακτήρα στην όλη κριτική προβληματική του.

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Ο πρώτος θεωρητικός που αποπειράθηκε μια συστηματική κριτική της προόδου ήταν ο Σορέλ, στη συνέχεια του Μαρξ. Βλ. G. Sorel, Les illusions du progrès, Le Sycomore.
  2. Εκδ. Κlinkcsieck.
  3. Βλ.  J. – M. Palmier, «H. Marcuse: Le grand réfus, La dimension esthétique», Vendredi, No 20, 9-22 – Nov. 1979,  J.- M. Lauhaud «Du grand refus» selon Marcuse, Actuel Marx, 2009/1 (No 45), σσ. 137-48,  G. Raulet, H. Marcuse, Philosophie de lémancipation, PUF. Βλ. και Β. Φιοραβάντες, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση, Ζήτη.
  4. Βλ. A. Gorz, La stratégie ouvrière et néocapitalique, Le Seuil.
  5. Βλ. Χ. Μαρκούζε, Το τέλος της ουτοπίας, Ύψιλον.
  6. Βλ. A. Gorz, Le socialisme difficile, Le Seuil.
  7. Βλ. Χ. Μαρκούζε, Αντεπανάσταση και εξέγερση, Παπαζήσης
  8. Βλ. A. Gorz, Quète du sens, Galilée.
  9. Από τα πρώτα ιστορικά κείμενα των Raison et révolution (Minuit), Culture et sociétéinuit) o Μαρκούζε, υπό την επήρεια των νεαρών Λούκατς και Μαρξ, αυτονομείται από τα περιγραφιστικά  και ουσιαστικά στατικά μοντέλα του Χούρσελ, προς δυναμικά- διαλεκτικά μοντέλα σκέψης, και λίγο μετά ακόμη και προς αναστρεπτικά, φθάνοντας στη σύλληψη της μεγαλειώδους ιδέας του της Μεγάλης άρνησης. Βλ. τη συνέχεια.
  10. Βλ. Th. Adorno, L’actualité de la philosophie…,  εκδ. Rue d’Ulm.
  11. Βλ. κυρίως τα πρώτα ιστορικά κείμενα του Μαρκούζε, Raison et révolution, Minuit και Culture et société, Μinuit. Συγχρόνως  ο Μαρκούζε μέσω αυτού του κειμένου απομακρύνεται από τον  ιδεαλισμό του Χούρσελ και του Χάϊντεγκερ και επανέρχεται στον νεαρό Μαρξ και την χεγκελιανή διαλεκτική.
  12. Βλ. Α. Gorz, Le traitre, Seuil.
  13. Η πρώτη σημαντική εξέγερση έγινε στο Αν. Βερολίνο το 1953 ενάντια στον ανατολικό «σοσιαλισμό». Ακολούθησαν και άλλες που έγιναν ευρύτερα γνωστές το 1956 στην Βουδαπέστη και το 1968 στην Πράγα.
  14. Βλ. μεταξύ άλλων και το κείμενό μας, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση, Ζήτη.
  15. Βλ. P. Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή επανάσταση (Δ. Βιβλιοθήκη).  Ως γνωστόν ο Μαρκούζε έλαβε μέρος στην επανάσταση των Σπαρτακιστών, ως μέλος μιας επιτροπής στρατιωτών. Έκτοτε ο Μαρκούζε παρέμεινε πολιτικά λουξεμβουργικός.
  16. Ο ταξηφιλελευθερισμός,  είναι μια αυταρχική μετεξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού, σε στενή συνάφεια με τη βαθύτατη, τη δομική αυταρχική μετεξέλιξη του συστήματος μετά την κρίση του 2007-8, λόγω της μη ριζοσπαστικής αντίστασης  και γενικότερα αντιπαράθεσης του κινήματος  παγκόσμια. Βλ. και το βιβλίο μας, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης, Αρμός.
  17. Bλ. L. Goldmann, Le Dieu caché, Gallimard, μ.σ. TEL, Pour une sociologie du roman Gallimard, μ.σ.  Ιdées.
  18. Βλ. το ιστορικό βιβλίο του  G. Freedmann, Travail en miettes, Gallimard, μ.σ.  Ιdées.
  19. Βλ. για την εξέλιξη της κριτικής θεωρίας στα νεώτερα χρόνια προς τη μετακριτική τα κείμενά μας, Κοινωνική θεωρία και αισθητική, Αρμός, Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα τ. Ι και ΙΙ, Προς τη μεταπαγκοσμιοποίηση, Ζήτη, Η εποχή της καθορισμένης άρνησης, Αρμός. Βλ. και H. Lefebvre, Métaphilosophie, Syllepse.
  20. Βλ. το βιβλίο μας Θεωρία πολιτισμού, Ψηφίδα, τ. ΙΙ, στο οποίο εκθέτουμε τη θεωρία της μοντερνιτέ κατά την κριτική θεωρία.
  21. Βλ. H. Marcuse, La dimension esthétique, Le Seuil.

 




Β. ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕΣ

Ο ΜΑΡΚΟΥΖΕ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ 

 

Με βάση και αναφορά τα ιστορικά κείμενα του Μαρκούζε μπορούμε ν’αποπειραθούμε ένα νέο μεθοδολογικό, θεωρητικό και ιδεολογικό προχώρημα. Οι νέες συνθήκες που έχει μπει η σύγχρονη κοινωνία με την ακραία συσσώρευση πλούτου (γενίκευση παγκόσμια της εμφάνισης και κυριάρχησης των ολιγαρχών) και την ταυτόχρονη διάδοση της γενικευμένης φτωχοποίησης του πληθυσμού, ειδικά μετά το 1975-80, που το σύστημα διέλυσε το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε με τις δυνάμεις της εργασίας από το 1945 και μετά, και στράφηκε ενάντια στην κοινωνία, λιγότερο ή περισσότερο μετωπικά, απαιτούν νέες θεωρητικοποιήσεις. Επίκεντρο αυτής της νέας προσπάθειας δεν μπορεί παρά να είναι η ιδέα της απελευθέρωσης, σε στενό συνδυασμό με την ιδέα της ρήξης και της Μεγάλης άρνησης του Μαρκούζε.  Στόχος πρέπει δηλαδή να είναι σε κάθε προσπάθεια έρευνας και μελέτης της νέας απάνθρωπης κατάστασης, σύμφωνα με τη νεομαρξική επιταγή, από την οποία ποτέ δεν παρεξέκλινε ο Μαρκούζε, η αλλαγή του κόσμου. Η όποια μελέτη της σύγχρονης κατάστασης χωρίς την οπτική της αλλαγής της θα οδηγήσει σε μερικά συμπεράσματα, και το χειρότερο θα διατηρήσει την ψευδαίσθηση της πιθανής αλλαγής του κόσμου χωρίς τη θεμελειακή αλλαγή του συστήματος. Χωρίς την νεολουκατσική έννοια της ολότητας, που ο Μαρκούζε αποδεχόνταν ως μια αρχή αναφοράς, δεν έχει νόημα η όποια διερεύνηση. Και η  σύγχρονη ολότητα είναι απόλυτη, αλλοτριωτική, πραγμοποιητική, ορθολογιστική, με εγγενείς της τάσεις φτωχοποίησης της κατάστασης, ώστε να μη μπορέσει να συνειδητοποιηθεί ευρύτερα και βαθύτερα από τις όλο και φτωχοποιημένες και κυριαρχημένες τάξεις, ομάδες, κατηγορίες κ.α.

Στα νεώτερα χρόνια η κοινωνική διαίρεση όχι μόνο δεν περιορίζεται, αλλά όλο και βαθαίνει, συστηματοποιείται, παγιώνεται παγκόσμια. Κατά τον Μαρκούζε δε, στη συνέχεια του νεαρού Μαρξ, η όποια απελευθέρωση του ανθρώπου βασικά συνίσταται στην κατάργηση της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας,  που τόσο βασάνιζε ως κατάσταση και τον Πλάτωνα στην ιστορική Πολιτεία του, αν και δεν υπήρχε τότε ο όρος αυτός.

Η ανάγκη (ananqué) που βρίσκεται στη βάση της επιβίωσης, κατά τον Μαρκούζε1, πρέπει να ξεπεραστεί ως κυρίαρχη κατάσταση του συστήματος. Διαφορετικά δεν μπορούμε να μιλούμε για την όποια απελευθέρωση, ούτε και δυνατότητα. Με άλλα λόγια, με βάση την πείρα του κινήματος από τα τέλη του 18ου αι. μέχρι σήμερα, και κυρίως το ιστορικό δίδαγμα του νεώτερου μεγάλου αντιαυταρχικού κινήματος των δεκαετιών 1960 και ’70, το ξεπέρασμα της ανάγκης πρέπει να είναι ο πυρήνας της όποιας απελευθερωτικής πρακτικής. Και με βάση αυτή tη νέα αρχή, όπως θα έλεγε και ο Μαρκούζε, πρέπει ν’ανασυγκροτηθεί και η σύγχρονη κοινωνική πρακτική, όπως θα έλεγε και ο Λεφέβρ, και να διαρθρωθεί γύρω από την αλληλεγγύη της, τη συμπαράσταση, τη νέα κοινωνικότητα γενικότερα που πρέπει ν’αναπτυχθεί από τα κάτω, ως το εναλλακτικό μοντέλο στον αυταρχισμό του συστήματος, την απόρριψη, την κυριάρχηση, τη νέα κυρίαρχη κατάσταση παγκόσμια της γενικευμένης φτωχοποίησης, η οποία συνοδεύεται από την αυταρχικοποίηση του συστήματος. Το κράτος έχει φθάσει να είναι απλό εκτελεστικό όργανο των ολιγαρχών, στρέφοντας την πλάτη στην κοινωνία, και την όποια θετική επίδραση-κατάλοιπο του νεώτερου κινήματος.

Με αυτά τα δεδομένα σήμερα, με βάση την καινοτόμα σύλληψη-θεωρητικοποίηση του Μαρκούζε, έχουμε ανάγκη από μια νέα αντίληψη-αρχή της πραγματικότητας, η οποία να αποδίδει κριτικά τη δυναμική της, λόγω των δομικών αλλαγών του συστήματος που έχουν γίνει στο μεσοδιάστημα από το 1960-70 μέχρι σήμερα και που συνεχίζουν να γίνονται υπό την οπτική πάντοτε της ριζοσπαστικής αλλαγής τους. Σε κάθε περίπτωση οι δομικές ανισορροπίες της παγκοσμιοποίησης ωθούν συνεχώς προς νέες θεωρητικοποιήσεις, σε νέες πρακτικές, έτσι ώστε όποιος δεν  προσαρμόζεται και αναπροσαρμόζεται κριτικά να αποβάλλεται. Η συστημικη κρίση δεν τέλειωσε. Αντίθετα  με μια λανθάνουσα μορφή συνεχίζει το καταστροφικό έργο της για τον άνθρωπο και την κοινωνία, δημιουργώντας συνέχεια νέες-χωρίς ρύθμιση, αλλά και χωρίς δυνατότητα ρύθμιση-ανισορροπίες, μονομέρειες, μεγεθύνσεις της συσσώρευσης και της ολιγαρχοποίησης της οικονομίας.

Μέχρι που, μέχρι πότε, άγνωστο. Σε αυτή τη νέα κατάσταση είναι πιο αναγκαίο από ποτέ ν’αφυπνιστεί η κοινωνία και να προσπαθήσει να αυτοπροσδιοριστεί αυτόνομα, ριζοσπαστικά ολικά. Τα Κίτρινα Γιλέκα και η πρωτόγνωρη κινητοποίηση στη Γαλλία ενάντια στο νέο συνταξιοδοτικό και την αστυνομική βία και αυθαιρεσία ίσως είναι το προανάκρουσμα της ολικής εξέγερσης που έρχεται, και η οποία, συμφωνα πάντοτε με το πνεύμα του Μαρκούζε, θα μπορέσει ν’αποτελέσει την απαρχή της νέας και παρατεταμένης ριζοσπαστικότητας.

Ο νεοκαπιταλισμός στην περίοδο της ανόδου του ήταν γενναιόδωρος σε συνεχείς παροχές, κατά κανόνα υπο την πίεση του ισχυρού τότε εργατικού και γενικότερα κοινωνικού κινήματος, αλλά συγχρόνως μετέτρεψε την ζωή σε διοικούμενη (en vie administrée). Η ακραία κατανάλωση που εφήυρε και διέδωσε, εκτός από άκρως φετιχιστική, όπως φάνηκε πολύ μετά, με το ξέσπασμα της μεγάλης κρίσης το 2008, ήταν και άκρως τοξική. Η συνεχής και ακραία ανάπτυξη της τεχνολογίας, και μέσω αυτής της παραγωγικότητας της εργασίας, οδήγησε το σύστημα σε ακραίας καταστάσεις, σε ακραίες  ανισορροπίες, στον ακραίο ανορθολογισμό. Η κοινωνία έπαψε ν’αυτοικανοποιείται με τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό και την πλύση εγκεφάλου που έκανε συστηματικά το σύστημα περί υποτιθέμενης κοινωνίας της ευημερίας, η οποία θα έλυνε κάθε κοινωνική αδικία και αντίθεση, και προσγειώθηκε απότομα σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση διαρκούς και επιτεινόμενης φτωχοποίησης  (ποπεριζασιόν), εξαθλίωσης. Συγχρόνως η εργασία ως κατάσταση, οντότητα περιορίστηκε δραστικά από το σύστημα. Το σύστημα από-εργατικοποιήθηκε για να χρησιμοποιήσουμε ένα νεολογισμό. Η εργασία που γνωρίζαμε. Αντίθετα αναπτύχθηκε και διαδόθηκαν μορφές  άτυπης εργασίας περιορισμένης, προσωρινής εργασίας, χωρίς οργάνωση, χωρίς δυνατότητες διαρκούς αντίστασης. Μόνο κάποια ξεσπάσματα εμφανίζονται που και που, όπως των δύστυχων ντελιβεράδων.

Το σύστημα της μονοδιάστασης που εισήγαγε και παγίωσε ο μονοπωλιακός καπιταλισμός και ανέλυσε με μοναδικό τρόπο ο Μαρκούζε στον Μονοδιάστατο άνθρωπο2, συγχρόνως εισήγαγε και επέβαλε τη διαδικασία της αποκοινωνικοποίησης της εργατικής δύναμης, και έτσι σχεδόν της κοινωνίας ολόκληρης. Το ιδεώδες μιας πιο ελεύθερης και ευτυχισμένης ζωής που εφήυρε  και διέδιδε ως το κύριο ιδεολόγημά του ο νεοκαπιταλισμός μετατράπηκε στον εφιάλτη των εκατομμυρίων υποαπασχολούμενων, των προσωρινά εργαζόμενων (precaires), των εργαζόμενων στη μαύρη κ.α. Ετσι αναδύεται η σχεδόν απόλυτη αντινομία μεταξύ της νέας αρχής της νεοβάρβαρης σύγχρονης πραγματικότητας και του ιδεώδους της πάλαι ποτέ υποτιθέμενης «ευτυχισμένης ζωής».

Η δύστυχη συνείδηση πλέον, για να θυμηθούμε έναν ιστορικό όρο του νεαρού Λούκατς3, που χρησιμοποιεί ο Μαρκούζε ως μόνιμη αναφορά, όροι που προέρχονται από την αισθητική με αναφορά την πρωτομοντέρνα τέχνη, έχει κατέβει, ιδίως μετά το 2008, στην πραγματική ζωή, την χαρακτηρίζει και αποτυπώνει τη διαρκή και παρατεταμένη αβεβαιότητα της. Η συγκεκριμένη πλέον συνείδηση της συγκεκριμένης-υπαρκτής- ζωής είναι ένας διαρκής εφιάλτης, μια συνείδηση πλέον περισσότερο του θανάτου, παρά της ζωής. Η finitude της ζωής προσδιορίζεται πλέον από τη συνείδηση της ολικής αλλοτρίωσης, όπως θα έλεγε και ο Γκαμπέλ4, πολύ προσεκτικός αναγνώστης του Μαρκούζε. Μόνο ένα αυτόνομο κίνημα της διαλεκτικής, όπως θα έλεγαν οι νεοουμανιστές μαρξιστές της δεκαετίας του 1960-70, θα μπορέσει να αντιστρέψει τους όρους του προβλήματος και να επαναφέρει στον ορίζοντα την «αρχής της ελπίδας», για να παραφράσουμε τον Μπλοχ5. Κίνημα διαλεκτικής που θα επανασυνδεθεί με την ιδέα-σύλληψη του Μαρξ για τον ολικό άνθρωπο και την ιστορία, μέσα στην ιστορία και δια της ιστορίας και της αντινομικής διαλεκτικής της. Θα πρόκειται για ένα σύγχρονο κίνημα άρνησης του υπάρχοντος κοινωνικού κινήματος.

Η αποσύνθεση, η αποδόμηση (disintégration) που προκάλεσε η αποπαγκοσμιοποίηση μόνο  μέσα από ένα νέο ιστορικό κίνημα, με στόχο τη συγκρότηση από τα κάτω μιας νέας οργανικότητας, όπως θα έλεγε ο Γκράμσι6 θα μπορέσει να ξεπεραστεί, και ο άνθρωπος θα πάψει έτσι να βιώνει την απόλυτη ερημιά - ερημοποίηση, για να παραφράσουμε και τον Τ.Σ. Ελιοτ7. Έτσι θα μπορέσει η κοινωνία να συλλάβει και το ιδεώδες ενός μη καταπιεστικού πολιτισμού, και να επανακάμψει στον θεωρητικό βίο, ή να δημιουργήσει ακόμη καλύτερα ένα νέο αυτόνομο και απελευθερωτικό, αποτεινάσοντας την ψευδή και φετιχιστική συνείδηση του καταναλωτισμού και της καπιταλιστικής υποτίθεται ευδαιμονίας που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να παράγει μαζικά κενά, υπαρξιακά δράμματα κ.α.

Υπ’ αυτά τα δεδομένα, μόνο η ενεργοποίηση και η στράτευση στην αρχή της Μεγάλης άρνησης μπορεί να δώσει μια απελευθερωτική προοπτική στην κοινωνία και τον άνθρωπο, πάντοτε σύμφωνα με το πνεύμα του Μαρκούζε. Μεγάλη άρνηση που θα συνυπάρχει, θα ταυτίζεται με την καθορισμένη άρνηση, αντορνικής έμπνευσης, όπως δείξαμε και στο Η εποχή της καθορισμένης άρνησης8.

Μεγάλη άρνηση λοιπόν, μεγάλη εξέγερση, και γιατί όχι επανάσταση: Αυτό είναι το υπέρτατο σύγχρονο ανθρωπιστικό πρόταγμα. Διαφορετικά η κοινωνία θα συνεχίζει να ζει στα σκοτάδια (tenébres) της ιστορίας και της ύπαρξης, στην τραγική μεγάλη σπηλιά  του Πλάτωνα (Πολιτεία).

  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1.     Βλ. Χ. Μαρκούζε, Δοκίμιο για την απελευθέρωση, Διογένης.

2.     Εκδ. Παπαζήσης.

3.     Βλ. Γκ. Λούκατς Η ψυχή και οι μορφές, Θεμέλιο.

4.     Bλ. J. Gabel, Idéologies, t. II., Anthropos.

5.     Βλ.  E. Bloch, Principe de l’ espérance,  Gallimard.

6.     Βλ. Α. Γκράμσι, Η οργάνωση της κουλτούρας, Στοχαστής.

7.     Βλ. Τ.Σ.  Έλιοτ, Η έρημη χώρα, Ίκαρος.

8.     Εκδ. Αρμός.


Τρίτη 18 Ιουλίου 2023

ΚΕΙΜΕΝΑ Φ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

 Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ

Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ


ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΤΟΜΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΦΙΟΡΑΒΑΝΤΕ

ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΘΕΩΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΨΗΦΙΔΑ, ΑΘΗΝΑ, 2004.


Φίλιππου Νικολόπουλου, Δρα Κοινωνιολογίας, Μέλους του Διδακτικού Προσωπικού του Παν/μίου Webster

I

Στο εκτεταμένο δίτομο έργο του «Θεωρία Πολιτισμού» ο Καθηγητής Βασίλης Φιοραβάντες αναζητά με επιμονή τη διαμόρφωση ενός νέου ιστορικού σχεδίου για μια απελευθερωμένη κοινωνία έχοντας για στροφέα κυρίως την ριζοσπαστική κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης (με κύριους εκπροσώπους της τους Μ. Χορκχάϊμερ, Θ. Αντόρνο. X. Μαρκούζε, Γ. Χάμπερμας, Φρ. Πόλλακ, Φ. Νόουμαν, Β. Μπένζαμιν, Ε. Φρόμμ κ.ά.) με όλες τις δυνατές προεκτάσεις της[1]. Έχοντας κατανοήσει σε βάθος τα προβλήματα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας του ύστερου καπιταλισμού που τείνει στην ομοιομορφοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στο ενιαίο «καναλιζάρισμα» της σκέψης και στην αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής - ώστε οι μηχανισμοί της αγοράς να επελαύνουν ανεμπόδιστοι - ο συγγραφέας πολύ σωστά προβάλλει την κριτική θεωρία, ως θεωρία κατ' εξοχήν επίκαιρη και ικανή να ενισχύσει σήμερα τις θεωρητικές και ηθικές αντιστάσεις μας[2].

Αν και δεν παραβλέπει τις απαισιόδοξες συνέπειες της αρνητικής διαλεκτικής του Αντόρνο[3] - στον αντίποδα του αρχικού αισιόδοξου επαναστατικού οράματος του Μαρκούζε και του θετικού τελικά προσανατολισμού του Γκολτμάν -, εμβαθύνοντας σε πολλά σημεία του συνολικού πεδίου της κριτικής θεωρίας, ξέρει να ανασύρει θεωρητικά όπλα με τα οποία ο άνθρωπος μπορεί να δώσει πειστικά τη μάχη του για απελευθέρωση, αυτονομία και χειραφέτηση στην ευρύτερη έννοια του όρου. Και το συνολικό πεδίο της κριτικής θεωρίας έχει μεγάλη έκταση γιατί ακριβώς διαμορφώνεται μέσα απ' τη διαπλοκή και συνεργασία πολλών επί μέρους κλάδων των κοινωνικών επιστημών (κοινωνιολογία, πολιτική οικονομία, ανθρωπολογία, ψυχανάλυση[4], πολιτική ανάλυση), της φιλοσοφίας, της αισθητικής και της τέχνης[5].

Εξάλλου πολύ σωστά αυτό το συνθετικό πνεύμα προβάλλεται ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της Σχολής της Φρανκφούρτης, συνδυασμένο πάντα με τη θεωρητικοποίηση των ερευνών της. Και πρόκειται για μια φιλοσοφική και επιστημονική κατεύθυνση, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την σύγχρονη κατεύθυνση των επιστημών, που υπερεξειδικεύονται και προσεγγίζουν την «πραγματικότητα κατακερματισμένη», χωρίς κανένα ενδιαφέρον για μια εκ νέου συνθετική θεώρηση, που είναι αναγκαία, αν θέλουμε να έχουμε μια στοιχειώδη καθολική εποπτεία του πραγματικού[6]. Το υπερεξειδικευμένο αναλυτικό στοιχείο αναπτύσσεται υπό το πνεύμα του θετικισμού, που αδιαφορεί για μια καθολικότερη αλήθεια και για μια σύνδεση και σύνθεση της επιστημονικής έρευνας με αξιακές κατηγορίες και ηθικές επιλογές. Η κριτική θεωρία αντετίθετο συστηματικά και σφοδρά στο θετικιστικό επιστημολογικό ρεύμα της «υποτιθέμενης ουδέτερης εμπειρικής παρατήρησης»[7] και δεν αποδεχόταν ότι το «ορθολογικό στοιχείο» από μόνο του είναι ικανό να απελευθερώσει και να χειραφετήσει τον άνθρωπο. Αυτή η αντίθεση φωτίζεται αρκετά στο δίτομο έργο σε συστοιχία πάντα με την επανειλημμένη υπογράμμιση του πώς η κριτική θεωρία δεν μπορούσε να νοήσει επιστημονική έρευνα διεπομένη από ανθρωπιστικές ορίζουσες, αν δεν ήταν συνδεδεμένη με ηθικές κατηγορίες και επιλογές.

Αλλά παραπέρα επισημαίνονται και άλλα βασικά χαρακτηριστικά του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης, που κατά κάποιον τρόπο, επιλέγονται από τον καθηγητή Φιοραβάντε «ως μπούσουλας» για την κατανόηση του έργου της στο σύνολό του[8]: το έντονο κριτικό στοιχείο προς κάθε κατεύθυνση (κριτική κοινωνιολογΐα, κριτική φιλοσοφία), η ολιστική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων και της κουλτούρας που τα πλαισιώνει (πάντα σε συνδυασμό με το συνθετικό πνεύμα που παραπάνω αναφέραμε), η ριζοσπαστικότητα των θεωρήσεων (αν και δεν υπήρχε κάποια αντιστοιχία με ριζοσπασπκότητα δράσης) που κτυπούσε σαν δίκοπο μαχαίρι[9], δηλαδή στρεφόταν τόσο ενάντια στην κατάσταση του ύστερου καπιταλισμού με τα νέα δεσμά των νέων τεχνολογιών και των νέων «ορθολογικών» μεθόδων χειραγώγησης, π.χ. τεχνικές ΜΜΕ, όσο και ενάντια στον ολοκληρωτισμό του σοβιετικού μοντέλου, η ανάδειξη της πολιτικο-ιδεολογικής διάστασης των φαινομένων που αντανακλούν συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες και η μεγάλη προβολή της τέχνης και της αισθητικής, ως τομείς πνευματικής δραστηριότητας εξαιρετικής σπουδαιότητας, στους οποίους συμπυκνώνεται η κίνηση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές για την κατανόηση του έργου της Σχολής της Φρανκφούρτης, αν και αρκετές φορές έχουμε επαναλήψεις που θα ήταν προτιμότερο να είχαν αποφευχθεί ενώ θα περίμενε κανείς περισσότερη ακρίβεια στον προσδιορισμό των πολλών εννοιών και όρων, αποτελεί μια αληθινή συνεισφορά κυρίως απ' την πλευρά του ασυμβίβαστου κριτικού προσανατολισμού και των ανθρωπιστικών σκοποθετήσεων της Σχολής.

II

Ωστόσο για τον συγγραφέα του δίτομου έργου η ανάγνωση βάθους της Φρανκφουρτιανού έργου αποτελεί εκκίνηση για ευρύτερες αναζητήσεις, που κατατείνουν στην ανεύρεση ενός νέου μοντέρνου σχεδίου για την τέχνη και την κοινωνία. Οι ρίζες και η σημερινή κατάσταση του μοντερνισμού, με τις αντινομίες που περικλείει αλλά και τα μεγάλα ανοίγματα σκέψης που έχει προσφέρει, αποτελούν μόνιμο σημείο προβληματικής. Ο συγγραφέας ακόμη και στην αρνητική διαλεκτική^ του Αντόρνο, διαλεκτική που δεν ανευρίσκει θετικά σημάδια στην πορεία της σημερινής ανθρωπότητας, προσπαθεί να εντοπίσει στοιχεία που μπορούν να συνηγορήσουν ή και να υποστηρίξουν μια αισιόδοξη προσπάθεια θετικού αναπροσανατολισμού, που θα σπάσουν τα δεσμά της «εργαλειοποίησης του λόγου» και θα ξεπεράσουν τον ουσιαστικό μαρασμό της σκέψης, την παθητικοποίηση κι αδρανοποϊηση των ατόμων και τελικά την απάνθρωπη «πραγμοποίηση».

III

Γνωρίζοντας τη σύνδεση της Κριτικής Θεωρίας με τις ρίζες της Καντιανής και Χεγκελομαρξιστικής παράδοσης, ο συγγραφέας αναζητά μέσα απ' αυτήν τη σύνδεση την θεωρητική ατραπό που θα οδηγήσει κριτικά στη σύλληψη της εξεγερμένης κι απελευθερωμένης αυτόνομης υποκειμενικότητας, που αποτελεί με τη σειρά της την εγγύηση για τη διαμόρφωση μιας μη αλλοτριωμένης κοινωνίας. Συγκρότηση και ανάδειξη μιας άλλης «μη εργαλειακής» ορθολογικότητας, που σώζει τελικά τις θετικές διαστάσεις της νεωτερικότητας και διαπερνάται από το ανθρωπιστικό πρόταγμα.

Επίσης μέσα στο πνεύμα της ίδιας θεωρητικής ατραπού ανιχνεύεται ο αναστοχασμός της ίδιας της φιλοσοφικής δραστηριότητας, της ίδιας της ιδεολογικής διαμόρφωσης και της ίδιας της αισθητικής προσέγγισης. Κι έτσι περνάμε στην μετα-φιλοσοφία, στην μετα-ιδεολογϊα και την μετα-αισθητική^ που αναμοχλεύουν διαρκώς τις δυνατότητες του κριτικού λόγου μέσω του οποίου μπορούμε ν' αποκαλύψουμε και να ανατρέψουμε την «ψευδή συνείδηση» και ν' ανοίξουμε το δρόμο για ένα δεσμευτικό σύνολο απελευθερωτικών ιδεών.

Στο μεγάλο κεφάλαιο της αισθητικής ο Β.Φ. θα δώσει ιδιαίτερη σημασία[10][11][12] ακολουθώντας ακριβώς τη γραμμή του Αντόρνο. Μοντέρνα τέχνη και αισθητική έχουν άμεση σχέση και η ευρηματικότητα, το ξεπέρασμα του περιοριστικού «στυλ», οι ρήξεις της πρώτης θ' ανοίξουν νέους δρόμους στη δεύτερη. Αμφότερες συνδέονται με κοινωνικές ομάδες και περιεχόμενα, αλλά χωρίς να νομιμοποιείται κάποιο είδος κοινωνιολογισμού[13]’. Η κοινωνιολογία της τέχνης πολύ σωστά ορίζεται ως μελέτη του κοινωνικού περιεχομένου της[14], πράγμα όμως που επηρεάζει και τη μελέτη της ίδιας της αισθητικής, ως ερευνητικής κατεύθυνσης πιο θεωρητικής (με κριτήρια την αλήθεια και το κάλλος). Διάλογος και αλληλεπίδραση με την κοινωνία, πάντα κοντά στο πνεύμα του Αντόρνο, που συλλαμβάνει την αισθητική ως «προϋπόθεση μιας κριτικής κοινωνικής θεωρίας[15]». Πολύ σωστά τίθεται το ζήτημα της μοντέρνας τέχνης ως ανατρεπτικής πολεμικής πρακτικής, ως καλλιτεχνικής δραστηριότητας που σύρει στα άκρα τις ίδιες της εγγενείς ιδιότητες της τέχνης να εκθέτει και ν' αναδεικνύει έναν κόσμο, διαφορετικό απ' αυτόν που μας δίνουν καθημερινά οι αισθήσεις μας και να καταδείξει ότι «αυτός ο ίδιος ο κόσμος πρέπει να γίνει άλλο πράγμα», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Αντόρνο στην Αισθητική Θεωρία του.[16]

IV

Ήδη με την προβληματική που τίθεται για τους τομείς της τέχνης και της αισθητικής ακουμπάμε το μεγάλο της ζήτημα της κουλτούρας και του πολιτισμού σ' όλες τους τις εκδοχές. Και σ' όλο το δίτομο έργο μια διακριτή συγκλίνουσα είναι ακριβώς αυτή: πώς μπορούμε να περάσουμε απ' τις κοινωνικές δομές και διαδικασίες στην κουλτούρα και τον πολιτισμό, πώς μπορούμε να μεταφράσουμε το κοινωνικό γίγνεσθαι σε πολιτισμικές διεργασίες και ειδικότερα πώς μπορούμε να συσχετίσουμε (χωρίς να πέφτουμε φυσικά σε τυφλούς αναγωγισμούς) τα χαρακτηριστικά του ύστερα καπιταλισμού και ακόμη περισσότερο το φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών της παγκοσμιοποίησης με τη βαρβαρότητα που βαθμιαία επικρατεί στο πολιτιστικό επίπεδο, δηλαδή με την υποβάθμιση της κουλτούρας και την εμφανή τάση ο τεχνολογικός πολιτισμός (αυτό που θα αποκαλούσε ο Α. Βέμπερ υλικό πολιτισμό) να της επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο.[17]Υπάρχουν δυνατότητες αντίστασης και αλλαγής πορείας;

Αν και δεν παραβλέπεται η γνώμη του Αντόρνο ότι με την κουλτούρα μπορούμε να παγιδευτούμε και να νομίσουμε «ότι υπάρχει μια κοινωνία που δεν υπάρχει», ο καθηγητής Φιοραβάντες δεν διαγράφει οποιαδήποτε αισιόδοξη προοπτική πολιτιστικής αντίστασης. Παίρνει όμως σωστά αυτή τη θέση μέσα από τις γραμμές της κριτικής της κουλτούρας (πάντα σε συστοιχία με τη ριζοσπαστική κοινωνιολογία και φιλοσοφία) που πιστεύει ότι έχει δυνατότητες να διαμορφωθεί ως «νέα ηγεμονική[18]» υπό προϋποθέσεις (αυτονομία των ατόμων, ανάπτυξη νέων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων με νέες θεωρήσεις, ξεπέρασμα της ιδεολογίας «ως ψευδούς συνείδησης», ανάπτυξη των ελεύθερων δημιουργικών δυνάμεων και της δημιουργικότητας όλων χωρίς αποκλεισμούς).

Η ανίχνευση όμως αυτών των αισιόδοξων δυνατοτήτων της νέας ηγεμονικής κουλτούρας, κατ' αυτόν, δεν αντιστρέφει την όλη κατάσταση των δεσμευτικών δομών της αλλοτριωμένης ταξικής κοινωνίας του ύστερου καπιταλισμού. Κάτι τέτοιο θα ήταν α-ιστορικό, ξεκομμένο από τις πραγματικές κοινωνικές διαδικασίες κι αντίθετο μ' ένα επαναστατικό πρόσταγμα που ξεκινά «απ' τα κάτω»: Γι' αυτό και καταλήγει ότι μόνο «η κοινωνική επανάσταση απελευθερώνει πραγματικά τον άνθρωπο και την κουλτούρα»[19][20].

V

Με το ίδιο ανοικτό επαναστατικό πνεύμα ο Β.Φ. συλλαμβάνει και την υπόθεση του ίδιου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού χωρίς να πέφτει σε παγιδευτικές αναγωγικές εμμονές αλλά και χωρίς να απομακρύνεται από τις ρίζες της αυθεντικής μαρξικής σκέψης. Βλέπει τον σοσιαλισμό ως ολική και οριστική ρήξηή0 με την ταξική κοινωνία της αλλοτρίωσης χωρίς όμως να τον συνδέει με κάποιο είδος μετεξέλιξης της αστικής δημοκρατίας (αν και βέβαια αναγνωρίζει την μεγάλη πολιτική και κοινωνική σπουδαιότητα της Γαλλικής Επανάστασης) μέσω κρατικίστικων αντιλήψεων ή εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων μέσα στο ίδιο το αναπτυγμένο καπιταλιστικό σύστημα[21]. Ο Μάρξ δεν ήταν κρατιστής και πολύ σωστά επισημαίνεται ότι είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο της γραφειοκρατικοποϊησης κι της τεχνοκρατικοποίησης της παραγωγής και τη βαθμιαία διάλυση του κοινωνικού εργάτη»[22] (λόγω των τεϋλορικών μεθόδων της παραγωγής). Η μαρξική σκέψη συλλαμβάνεται όχι τελεολογικά και ντετερμινιστικά, χωρίς να υποκύπτει σε έμμεσους ή αφανείς «μεταφυσικούς πειρασμούς» και να ταυτίζεται με μια γραμμική αντίληψη των κοινωνικών πραγμάτων.

Αν και βέβαια έχουμε αμφιβολίες στο αν έλειπε τελικά απ' την μαρξική σκέψη κάποιο είδος ντετερμινιστικής θεώρησης - συναρτημένης απόλυτα με την καθοριστική αποδοχή ιστορικοκοινωνικών νόμων - αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε στην προσέγγιση του Β.φ. είναι ότι κάνει μια κριτική ανάγνωση του μαρξικού έργου, δίνει προτεραιότητα στη μέθοδο σκέψης και αποκλείει τη μηχανιστική εφαρμογή πορισμάτων του - που διαμορφώθηκαν τον 19° αιώνα - στις σημερινές εξαιρετικά αρνητικές συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού[23].

Η ερμηνεία του είναι ανοικτή και παρόλο που αντιλαμβάνεται το κλείσιμο των δυνατοτήτων σήμερα - με τόσο εκτεταμένη αποϊδεολογοποίηση, τεχνοκρατισμό και οργανωμένη χειραγώγηση σ' όλα τα επίπεδα - για ένα αληθινό πέρασμα στον σοσιαλισμό, πιστεύει στη «σπίθα» που υπάρχει μέσα στην κριτική εξέγερση της επαναστατικής μαρξικής σκέψης, σπίθα που μπορεί να ωθήσει σε ρήξεις μέσα από τη συνειδητοποίηση και ανάλυση της «απέραντης αρνητικότητας της σύγχρονης ανθρώπινης συνθήκης»[24]. Μ' άλλα λόγια κρατάμε την κριτική μέθοδο - κι η Σχολή της ώρανκφούρτης πήρε τη σκυτάλη προς αυτήν την κατεύθυνση - και την οργανώνουμε σε θεωρητικό όπλο για να προκαλέσουμε τα πρώτα ρήγματα σ' ένα καθεστώς βαρβαρότητας ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού (ακόμη κι ο Σόρος (!) μιλά για φόνταμενταλισμό αγοράς που υποβαθμίζει την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της[25]), με το οποίο δεν πρέπει να συμβιβαστούμε, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με ορθωμένη άρνηση. Σκοπός μας μπορεί να είναι η

απελευθερωμένη τελικά κοινωνία της ανθρωπιάς και της ειρηνικής δημιουργίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο τα χαρακτηριστικά της να είναι ακριβώς τα ίδια μ' εκείνα που συνέλαβε αρχικά ο Μαρξ. Έτσι η πολύτιμη ' συνεισφορά του καθηγητή Φιοραβάντε είναι ότι συλλαμβάνει το επαναστατικό στοιχείο στην κριτική σκέψη του Μαρξ σε διαρκή ροή, σε νέες μορφές κάθε φορά αντιπαράθεσης με τα νέα περιεχόμενα της εκάστοτε «αρνητικής \ συνθήκης»

Ιδιαίτερα στον 2° τόμο[26] του έργου τον απασχολούν απορρυθμιστικές καταστάσεις (σε τέχνη, σε κουλτούρα σε αντιστοιχία πάντοτε με τις κοινωνικές δομές, τις εργασιακές σχέσεις και την οικονομία) που έχουν προκληθεί από τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό, τον φόνταμενταλισμό της αγοράς που χαρακτηρίζει την κατάσταση της παγκοσμιοποίησης (κατάσταση που δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό που ονομάζεται «universalism», δηλαδή οικουμενικότητα βασισμένη σ' ένα κοινό συλλογικό ιδεώδες).

Αυτές οι απορρυθμιστικές καταστάσεις δικαιολογημένα έχουν προκαλέσει ένα είδος μεταμοντέρνας απαισιοδοξίας[27] απ' την οποία ορισμένες θέσεις της αρνητικής διαλεκτικής του Αντόρνο δεν απέχουν και πολύ (απουσία διεξόδου από τη σημερινή νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική βαρβαρότητα, γι' αυτό και ο Αντόρνο για το κίνημα του Μαΐου του 1968 στεκόταν πολύ επιφυλακτικός).

Ωστόσο πρέπει να χαιρετίσουμε την επιμονή του συγγραφέα να βρει ακτίδες φωτός, τρόπους ξεπεράσματος αυτής της κατά τα άλλα δικαιολογημένης απαισιοδοξίας, με στήριγμα νέες θεωρητικοποιήσεις βασισμένες στη ριζοσπαστική κριτική και την επίτευξη μιας, σχετικής έστω, αυτονομίας της τέχνης και της κουλτούρας.

Αν και δεν παραβλέπει την αισθητική θεωρία των μικροδομών[28], όπως αναπτύχθηκε από τον Αντόρνο, Γκολντμάν, Μπένζαμιν, θεωρία (ολικό μικροδομικό μοντέλο) που εστιάζει κυρίως στη μοντέρνα τέχνη (π.χ. η παρουσίαση της εφιαλτικής καθημερινότητας, εγκλωβισμένης σε καταπιεστικές μικροδομές, όπως παρουσιάζεται στα έργα του Κάφκα), τον απασχολεί έντονα τελικά η διαμόρφωση μιας συλλογικής πολιτισμικής απάντησης ενάντια στους παγκοσμιοποιητικούς μηχανισμούς μιας ενιαίας πολιτισμικής ισοπέδωσης[29].

Και η απάντηση - αναζήτηση πολιτισμικής διεξόδου από τη σημερινή κρίση δεν μπορεί να δοθεί παρά μονάχα αν συγκροτηθεί ένα κριτικό σχέδιο μιας αποτελεσματικής πολιτισμικής πολιτικής (η συνεισφορά του Ε. Μορέν[30]πάντα υπολογίσιμη) με πλούσια στοιχεία διεπιστημονικότητας, διακαλλιτεχνικότητας και διαπολιτισμικότητας[31]. Έτσι το ξέφωτο θα βρεθεί και οι αντιστάσεις στη σύγχρονη πολιτική βαρβαρότητα θα αποδειχθούν επαρκείς, καθώς θα αξιοποιηθούν δημιουργικά η αυτονομία για την οποία μιλήσαμε παραπάνω και οι δυνατότητες μιας σφαιρικής σύγχρονης πολιτισμικής θεωρίας[32].



Βλ. Βασίλης Φιοραβάντες, Θεωρ/α Πολιτισμού (Μετακριτική, Πολιτισμός και Άνθρωποι), I (τόμος 1°?) Αθήνα, Ψηφίδα, σσ. 14-15.

[2].  Αυτόθι, σσ. 15-16.

[3].  Αυτόθι, σσ. 28,30-31.

[4].  Ας μην ξεχνούμε την κατεύθυνση του Φροΰδο-μαρξισμού, βασικής τάσης της Σχολής της Φρανκφούρτης. Ενδεικτικά αναφέρουμε το έργο του Ε. Φρομμ, Β. Ράιχ ή ακόμη και του Μαρκούζε. Βλ. Βασίλης Φιοραβάντες, όττ.παραττ. σελ. 25

[5].  Αυτόθι, σελ. 21.

[6].  Η σττουδαιότητα της συνθετικής θεώρησης υπογραμμίζεται κι από την συστημική θεωρία, βλ. John A. Busch and Gladys, M. Busch, Sociocybernetics, Social Systems Press, 1992, σσ. 112-113.

[7].     Ας θυμηθούμε και τις απόψεις του Ρ. Feyerabend ότι όλες οι επιστημονικές παρατηρήσεις ποτέ δεν είναι απόλυτα «ουδέτερες» αλλά εξ αρχής είναι επηρεασμένες από κάποιον θεωρητικό προσανατολισμό. Βλ. το βιβλίο του Against Method, London, New Left Books, 1975.

[8].  Βλ. Βασίλης Φιοραβάντες, ό.ττ., σσ. 21-22.

[9].   Γι’ αυτό και επιτυχώς η κριτική θεωρία αποκλήθηκε «Πολιορκημένη θεωρία». Βλ. Ζαν- Μαρί Βενσάν, Η Σχολή της Φρανκφούρτης και η Κριτική Θεωρία, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος 1977, σσ. 93-96.

[10]. Βλ. Βασίλης Φιοραβάντες, ό.ττ., σσ. 30-31.

".Αυτόθι, σσ. 213-233.

,2. Αυτόθι, σσ. 163-209, 237-267.

3. Αυτόθι, σελ. 248.

,4. Αυτόθι, σελ. 257.

|5. Αυτόθι, σελ. 239.

,6. Αυτόθι, σελ. 266, όπου και παραπομπή στο ίδιο το έργου του Th. Adorno, Theorie esthetique.

,7. Αυτόθι, σελ. 289.

’8. Αυτόθι, σσ. 190, 192-193.

,9. Αυτόθι, σελ. 193.

[20].  Αυτόθι, σελ. 278.

[21].  Αυτόθι, σελ. 281.

[22].  Αυτόθι, σελ. 281.

[23].  Αυτόθι, σσ. 282-288.

. Αυτόθι, σελ. 288.

[25].        Βλ. G. Soros, Η Κρίση του Παγκόσμιου Καπιταλισμού, Αθήνα, «Νέα Σύνορα» - Λ.Α. Λιβάνη, 1999, σσ. 24, 324-330.

[26].         Βλ. Βασίλης Φιοραβάντες, Θεωρία Πολιτισμού II (Τέχνη, Κουλτούρα, Αισθητική, ο Ανθρωπος Αντιμέτωπος με την Παγκοσμιοποίηση), (τόμος 2°ς), όπ. παραπ., σσ. 13- 41.

[27].  Αυτόθι, Θεωρία Πολιτισμού II, σελ. 58.

[28].  Αυτόθι, Θεωρία Πολιτισμού II, σσ. 61-95.

[29].  Αυτόθι, Θεωρία Πολιτισμού I, σσ. 537-538.

[30].  Αυτόθι, Θεωρία Πολιτισμού I, σελ. 539.

[31]. Αυτόθι, σελ. 540.

[32].  Αυτόθι, σσ. 536-540.



Βασίλη Φιοραβάντε, Προς τη Μεταπαγκοσμιοποίηση, Η Αναγκαιότητα τον Νεοανθρωπιστικού Προτάγματος, Αθήνα, Εκδ. Ζήτη, 2015

Φίλιππου Νικολόπουλου Δρα Κοινωνιολογίας πρ. Επίκ. Καθηγητή Κοινωνιολογίας Παν/μίου Κρήτης

Το νέο βιβλίο του Βασίλη Φιοραβάντε σε βασικούς θεωρητικούς του άξονες αποτελεί συνέχεια και αναστοχαστικό εμπλουτισμό προβληματισμών και θεωρητικών του προτάσεων που περιέχονται σε προηγούμενα βιβλία του (π.χ. Θεωρία Πολιτισμού, Προς μία Νέα Ανθρωπολογία, συλλογικός τόμος με επιμελητή τον ίδιο). Και πρόκειται για προβληματισμούς και προτάσεις που εστιάζουν κυρίως στην ανάγκη ανάπτυξης μιας νέας κριτικής θεωρίας που καλείται να ενισχύσει τις ουμανιστικές προοπτικές της Ανθρωπότητας και την ριζοσπαστική παρέμβαση στο ιστορικό-κοινωνικό γίγνεσθαι για ανακοπή (όσο είναι δυνατόν φυσικά) των ολέθριων αλλοτριωτικών αποτελεσμάτων της παγκοσμιοποίησης.

Στο νέο βιβλίο εισάγονται οι όροι «αποπαγκοσμιοποίηση» και «μεταπαγκοσμιοποίηση» (όροι που θα ήσαν σκόπιμο να προσδιορίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια), ακριβώς γιατί ο συγγραφέας θεωρεί ότι μετά την κρίση του 2008 οι αρνητικές εξελίξεις στον κόσμο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού αυξάνονται και οι ρηγματώσεις μετά αντιφάσεων στο σύστημα αίρουν τις αρχικές θετικές προσδοκίες από τη δυναμική της λεγάμενης παγκοσμιοποίησης (globalization). Σωστά τονίζονται οι διαστάσεις της αβεβαιότητας στην παρατεταμένη εξέλιξη μιας γενικευμένης κρίσης (οικονομικής-πολιτικής-πολιτισμικής) και της αντιφατικότητας, στο ιστορικό γίγνεσθαι της ύστερης φύσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, διαστάσεις που δεν τονιζόντουσαν τόσο σε άλλα βιβλία του συγγραφέα.

Το τελικό ζητούμενο είναι να συνειδητοποιηθούν επαρκώς τα στοιχεία της αντιφατικότητας και της αβεβαιότητας των συνολικών εξελίξεων και σε δεύτερο επίπεδο ν’ αναπτυχθεί μια υψηλού επιπέδου κριτική σκέψη (με αντιφιλελεύθερη πάντα αξιολογική αφετηρία), που θα είναι ικανή αφ’ ενός μεν να ενσωματώνει δημιουργικά στοιχεία των παρατηρούμενων αλλαγών, και αφ’ ετέρου να προβαίνει σε πρωτότυπες συνθέσεις (συνδυασμός αισθητικής και κοινωνικής θεωρίας, αναφορές σε νεότερες καλλιτεχνικές πρακτικές και καλλιτεχνικά ρεύματα, διερεύνηση συγκερασμού στοιχείων της σκέψης του Κ. Μαρξ, του Α. Γκράμσι, του Ελ. Λούκατς, του Γκολντμάν, του Παπαϊωάννου, του Α. Γκόρτς, του Βανεγκέμ, του Λεφέβρ, του Φρ. Σατελέ, του Ρ. Νταλόν κ.ά.). Ο ευρύτερος στόχος παραμένει πάντα ο ίδιος: η «επανανθρωποποίηση του Ανθρώπου», με σύγχρονους όρους και ανάδειξή του ως ΟΛΟΤΗΤΑΣ.

Το σύνολο του βιβλίου αναπτύσσεται γύρω από ορισμένους κεντρικούς θεωρητικούς άξονες:        (

1) Ενδιαφέρει κυρίως η θεωρία που είναι «δεμένη» με κοινωνικές και ιστορικές διαδικασίες και συνδυάζεται με αναλύσεις αυτών των διαδικασιών και των αντανακλάσεών τους πάνω στα καλλιτεχνικά και ευρύτερα θεωρητικά ρεύματα. 'Εμμεσα, λοιπόν, προκύπτει ότι φιλοσοφικά απορρίπτεται η σχολή του «λογικού θετικισμού» και η υποτιθέμενη καθαρή και ουδέτερη σύλληψη των θεωρητικών νοημάτων, ανεξάρτητα απ’ οποιαδήποτε κοινωνικά συμφραζόμενα (σ’ αυτό το σημείο μπορούν να βρεθούν αντιστοιχίες με χαρακτηριστικά των διεθνών επιστημολογικών τάσεων της δεκαετίας του i960, με την έννοια του «παραδείγματος» του Kuhn και την κριτική του Feyerabend γύρω από την υποτιθέμενη ουδετερότητα ορισμένων θεωρητικών εννοιών).

2. Σε απόλυτη συνάφεια με τα παραπάνω το πνεύμα της κριτικής θεωρίας της Σχολής Φρανκφούρτης έχει προτεραιότητα και οι αξίες (ιδιαίτερα εκείνες που είναι ταυτισμένες με τη στόχευση της ουμανιστικής προοπτικής των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων) δεν αποκόπτονται από τη διαμόρφωση της κοινωνικής θεωρίας.

3· Στην αρνητική διαλεκτική του Αντόρνο δίνεται ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα, ως γνωστό, με αυτήν στο σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό σύστημα υπάρχουν αλληλεπιδράσεις και αλληλεξαρτήσεις επί μέρους στοιχείων που τελικά δεν οδηγούν στην επιθυμητή κοινωνική απελευθέρωση, αλλά συντηρούν την υπάρχουσα κατάσταση αδιεξόδων. Ωστόσο ο Β.Φ. αποπειράται να προσεγγίσει αυτήν την διαλεκτική πιο αισιόδοξα και να την ωθήσει ως άρνηση σε πιο δημιουργική κατεύθυνση, όταν δηλ. είναι ικανή να φωτίσει την «κοινωνικά θεμελιώδη αλήθεια», ώστε τελικά να χειραφετηθεί ο Λόγος.

4· Σε συνάφεια με τον αμέσως προηγούμενο άξονα η αναζήτηση μιας εναλλακτικής εκδοχής της υπάρχονσας αρνητικής πραγματικότητας ποτέ δεν σταματά. Σε σχέση με αυτή την αναζήτηση ακόμη και η επανάσταση δεν αποκλείεται (γι’ αυτό και η παραπομπή σε φυσιογνωμίες τύπου Α. Ρεμπώ, Καρβάλιο, Α. Βελουχιώτη, Ρ. Ντούτσκ£ κ.ά.), χωρίς όμως ο κίνδυνος της αντεπανάστασης να εκλείπει.

5· Η κριτική θεωρία συνδυάζεται σταθερά με την αισθητική ως κλάδο της φιλοσοφίας και η τέχνη στο σύνολό της θεωρείται πάντα εν δυνάμει αντίπαλος /                                      ·-—           ——£—            —                          ——----- ~~

της κοινωνικής πραγμοποίησης. Πάντα στα χνάρια της Σχολής της Φρανκφούρτης ο συγγραφέας θεωρεί ότι στο πεδίο της τέχνης μπορεί κανένας να συναντήσει και να μελετήσει σε βάθος όλο τη δυναμική του «κοινωνικού» σε συμπύκνωση. Εμπεριέχει η Τέχνη όλη τη βεβαιότητα της γενικευμένης κοινωνικής σύγκρουσης. Ειδικότερα αντανακλά αντιθέσεις, προλέγει συγκρούσεις και ανοίγει δρόμους χειραφέτησης. Γίνεται ειδική μνεία στην αξία του μοντερνισμού ως ρεύματος στην τέχνη πού αναδεικνύει την αισθητικο-

καλλιτεχνική κοινωνική διαλεκτική της άρνησης της κατεστημένης (στην ευρύτερη έννοια της) τάξης.

6. Αντίθετα προς τον μοντερνισμό απορρίπτεται ο μεταμοντερνισμός που θεωρείται ότι γεννήθηκε μέσα σε μία κατάσταση του ύστερου καπιταλισμού που οδηγείτο προς την παγκοσμιοποίηση. Ο μεταμοντερνισμός αντιστοιχεί στην παγκοσμιοποίηση και σ’ όλο αυτό το πνεύμα «του τέλους των ιδεολογιών» ή «της μη ιδεολογίας» (σ’ αυτό το σημείο ο όρος «ιδεολογία» δεν συλλαμβάνεται ακριβώς όπως τον συλλαμβάνει ο Κ. Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία). Το ίδιο παραπάνω πνεύμα οδηγεί ή συμβάλλει κι αυτό στην πραγμοποίηση και την αλλοτρίωση του ανθρώπου.

7· Με βάση τους παραπάνω άξονες ο συγγραφέας επιμένει ότι είναι ανάγκη να αναζητηθεί ο νέος μοντερνισμός της μεταπαγκοσμιοποίησης. Ο νέος μοντερνισμός θα πρέπει ν’ αντιστοιχεί προς το πνεύμα της Νέας Ανθρωπολογίας, δηλ. θα πρέπει να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ανανεωμένης, σύγχρονης και σύνθετης ριζοσπαστικής κριτικής θεωρίας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε επτά μέρη (α) Από τη Μοντέρνα Τέχνη στη Μετααισθητική της Μεταπαγκοσμιοποίησης, β) Παγκοσμιοποίηση και Μοντέρνα Τέχνη, γ) Νέα ανθρωπολογία και Τέχνη, δ) Νέες Κοινωνικές και Ανθρωπολογικές Συνθήκες, ε) Παγκοσμιοποίηση, Κοινωνική Αλλαγή και Χειραφέτηση, στ) Πέρα από την Παγκοσμιοποίηση, ζ) Μεταπαγκοσμιοποίηση, Άνθρωπος, Γλώσσα, Μεταφιλοσοφία) και περιέχει πράγματι πληθώρα αναφορών σε καλλιτεχνικά και ιδεολογικά ρεύματα και σχολές, όπως και σε όρους και έννοιες που αναφέρονται στη σύνδεση και στις αλληλεπιδράσεις του κοινωνικού, του πολιτικού, του ιδεολογικού και ευρύτερα του αισθητικού- καλλιτεχνικού στοιχείου. Έτσι επιση μαίνονται η πολυμορφία, η διαπολιτισμικότητα, η διακαλλιτεχνικότητα της μοντέρνας τέχνης και η σημασία που έδωσε στην «έννοια» γενικά (αντιστοιχία με την conceptual art). Επίσης αναφέρονται δυτικά καλλιτεχνικά ρεύματα στο χώρο του μοντέρνου (π.χ. ο αμερικάνικος αφηρημένος εξπρεσσιονισμός) που σε κοινωνιολογικούς όρους αποτέλεσαν αισθητική αντίδραση στο πνεύμα της επέκτασης του καπιταλισμού. Παραπέρα αναζητείται σύνδεση και εύρεση κοινών σημείων με καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως η Ρωσσική πρωτοπορία, που υπερτόνισαν το στοιχείο της κοινωνικής τέχνης και πρακτικής. Η ανάδειξη αυτών των ρευμάτων με τα έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά σκοπεύει ευθέως στο να ορθώσει αντιστάσεις στην κοινωνική αποσπασματοποίηση και την «κοινωνική ερημοποίηση» που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση.

Η μελέτη της ιστορίας της μοντέρνας τέχνης με τα έντονα στοιχεία της «διακαλλιτεχνικότητας» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προηγούμενη (η μοντέρνα τέχνη δηλαδή) δεν στέκεται σύμμαχος με τις δομές και το πνεύμα του ύστερου καπιταλισμού και πολύ περισσότερο της παγκοσμιοποίησης. Κατά το συγγραφέα οι επιδράσεις της τελευταίας στη μοντέρνα τέχνη, αλλά και σ’ όλο το λεγόμενο πνευματικό πολιτισμό είναι πολύ αρνητικές. Γι’ αυτό και επιβάλλεται η αναζήτηση μιας νέας μοντέρνας τέχνης - που θ’ αντιστοιχεί σε μία εποχή μεταπαγκοσμιοποίησης - που θ’ αγκαλιάσει το νέο ανθρωπιστικό πρόσταγμα και θα προσδώσει στην «πολιορκημένη υποκειμενικότητα» πραγματικά κοινωνικά χαρακτηριστικά και θα συμβάλει στην απελευθέρωσή της.

Σ’ αυτή την επιθυμητή πορεία πρέπει να ληφθούν υπόψη νέα δεδομένα (κοινωνικά, πολιτισμικά, αισθητικά) και νέες σύγχρονες επιστημονικές και επιστημολογικές κατευθύνσεις, ένα νέο σύνθετο και πολύπλοκο μοντέλο ανθρωπιστικών επιστημών. Σ’ αυτές τις κατευθύνσεις η αίσθηση της ολότητας πρέπει να πρυτανεύει μαζί με τον διαλεκτικό βηματισμό της μελέτης του πολιτισμικού γίγνεσθαι.

Από την πλευρά αυτού του διαλεκτικού βηματισμού, κατά τον συγγραφέα, σήμερα διαμορφώνονται συνθήκες (συστημική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο) που οδηγούν στο ξεπέρασμα του υπάρχοντος συστήματος του παγκόσμιου καπιταλισμού, καθώς οδηγούμαστε μέσα από την αποπαγκοσμιοποίηση, στην μεταπαγκοσμιοποίηση. Έτσι η επανάσταση ξανακερδίζει έδαφος (ως δυνατότητα βέβαια, όχι ως βεβαιότητα) και μάλιστα όχι με το πνεύμα της Βενεγκέμ («η επανάσταση της καθημερινής ζωής»), αλλά με την έννοια της δυναμικής αλλαγής του όλου συστήματος, που αφήνει περιθώρια να επεξεργαστούμε ένα συνολικό εναλλακτικό ανθρωπιστικό σχέδιο.

Στις παραπάνω τελευταίες θέσεις του καθηγητή Βασίλη Φιοραβάντε ο υποφαινόμενος κρατά ορισμένες επιφυλάξεις, όπως και επιμένει ότι η νοηματοδότηση των παραπάνω εννοιών και διαδικασιών πρέπει να γίνει πιο σαφής, αν θέλουμε μάλιστα ν’ ακολουθήσουμε και τη μεθοδολογία του Σωκράτη (στον οποίον ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρεται με πολύ κολακευτικό τρόπο). Ωστόσο, επισημαίνω τη δημιουργική αγωνία του συγγραφέα πώς μέσα σε συνθήκες αποπαγκοσμιοποίησης μπορεί ο άνθρωπος να ενισχύσει τις ίδιες της τάσεις που εγγενώς δημιουργούνται ενάντια στην αλλοτρίωση και την πραγμοποίηση, να φθάσει δηλ. σ’ έναν ξέφωτο νέου ανθρωπισμού (παγκόσμιο κράτος δικαίου, αλληλέγγυα οικονομία, αμεσότητα, διαφάνεια). Από αυτή τη σκοπιά θεωρεί χρήσιμη την ανάπτυξη της έννοιας της εμμένειας.

Τέλος θεωρώ σημαντική συμβολή του Βασίλη Φιοραβάντε ότι στο παρόν έργο του παντρεύει τη φιλοσοφική θεώρηση της τέχνης, με την κοινωνική προσέγγιση καλλιτεχνικών ρευμάτων και ιδεών. Επίμονα κινείται ανάμεσα στο επίπεδο της ανάλυσης των κοινωνικών δομών και εκείνο της ανάπτυξης των καλλιτεχνικών ιδεών και αισθητικών ρευμάτων. Έτσι φιλοσοφία, τέχνη και μελέτη κοινωνικών δομών συνδέονται σε ένα ενιαίο ολιστικό πεδίο, στο οποίο ανιχνεύονται οι δυνατότητες της νέας ουμανιστικής αναγέννησης.

Σάββατο 17 Ιουνίου 2023

Σύγχρονη Κριτική Θεωρία και Άνθρωπος (Βασίλης Φιοραβάντες)

Διάλεξη του  κ. Βασίλη Φιοραβάντες, Καθηγητή Φιλοσοφίας της Τέχνης και του Πολιτισμού με θέμα: “Σύγχρονη Κριτική Θεωρία και Άνθρωπος”, στο πλαίσιο του Σεμιναριακού Κύκλου Ανθρωπιστικών Επιστημών «Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης», του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Φ. Σ. Παρνασσός.

Επιστημονικός Υπεύθυνος: κ. Φίλιππος Νικολόπουλος, Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Νομικός, Λογοτέχνης και Γραμματεύς των Σχολών του Φ.Σ. Παρνασσός.